Είναι άβολη η γοητεία της Ελλης Λαμπέτη στο «Τελευταίο Ψέμα» (ή Ψέμμα) του Μιχάλη Κακογιάννη, όσο άβολη είναι και η γοητεία της ίδια της ταινίας. Το τσεύδισμά της αρθρώνεται πιο έντονο, ενδεχομένως προσεκτικά και περιπαικτικά επιτηδευμένο - σαν εχέγγυο της απόλυτης και ανεπανάληπτης ιδιαιτερότητας της «μεγάλης» ηθοποιού. Το βλέμμα της εγκαταλείπει την αφέλεια του «Κυριακάτικου Ξυπνήματος». Μεταμορφώνεται σε γυναικείο ή σε μια πρόωρη αναπαράσταση του γυναικείου - του μη κοριτσίστικου, του μη αθώου. Η Χλόη της, όμως, συστήνεται ακόμη ως ένα κορίτσι, καλομαθημένο στα σαλόνια της -εν αγνοία της- παρακμάζουσας μεγαλοαστικής αθηναϊκής κοινωνίας. Η γραφή του Κακογιάννη κόβει σαν λεπίδι εισβάλλοντας στα σουαρέ των πρωτευουσιάνων μπουρζουάδων με την κάμερά του στα πρώτα λεπτά να αιωρείται σαρδόνια πάνω από μερικά χαρτοπαικτικά καρέ κυριών. Το ελληνικό σινεμά παύει να είναι νηπιακά περιγραφικό ή φορτικά μελοδραματικό. Η αφήγηση της μεγάλης «πτώσης» προκύπτει τόσο υπαινικτικά, μα και τόσο κρυστάλ...
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές