Από τα πρώτα λεπτά της «Πρόσκλησης» της Ολίβια Γούαϊλντ έρχεται στο νου -ίσως συνειρμικά και λόγω της επιτηδευμένα ( ; ) παρόμοιας γραμματοσειράς στην αφίσα- το γουντιαλενικό «Παντρεμένα Ζευγάρια». Εκεί, ο Αλεν χρειάζεται λιγότερο από τέσσερα λεπτά για να σκιαγραφήσει την κρίση του ζευγαριού, το αδιέξοδο, το «τέλος». Η κάμερα, σε τρικυμία, εισβάλλει ντοκιμαντερίστικα στο σπίτι του ζεύγους -Αλεν και Φάροου βρίσκονταν πράγματι στο τέλος της σχέσης τους- και καταγράφει σημειακά μορφασμούς, χειρονομίες, μικρές σιωπές σε φαινομενικά ασήμαντες φράσεις. Ξέρουμε τι συμβαίνει. Οχι τα γεγονότα, αλλά την ουσία: ο έρωτας έχει πεθάνει, η σχέση έχει μαραθεί, δύο άνθρωποι ασφυκτιούν ενώ ετοιμάζουν ένα γεύμα φίλων.
Στα «Παντρεμένα Ζευγάρια» πριν καν το γεύμα ξεκινήσει, το «θέμα» είναι στο τραπέζι. Το κυρίως σώμα της ταινίας θα απασχοληθεί με τη διερεύνησή του. Πώς έκλεισε ο κύκλος της σχέσης, ποιες απρόσμενες δυναμικές αναπτύχθηκαν και αναπτύσσονται σε ένα ερωτικο-φιλικό τετράγωνο; Ενα μωσαϊκό αντιφάσεων και τυχαιοτήτων που κινηματογραφούνται ως αφηγηματικό δράμα με αρχή, μέση, τέλος, αλλά που ταυτόχρονα υπάρχει - και υπήρχε πριν ξεκινήσει η εξιστόρησή του. Βλέπουμε απλώς θραύσματα ζωών που -τρόπον τινά- προηγούνταν της ταινίας. Εξου και η ευφυής επιστράτευση της ντοκιμαντερίστικης καταγραφής από τον Αλεν στην αρχή. Αυτό που βλέπουμε είναι αληθινό, δεν είναι τρικ.
Επιστροφή στα της «Πρόσκλησης». Η Γούαιλντ έχει επιδείξει ήδη στη φιλμογραφία της μια προδιάθεση πρόκλησης εντυπωσιασμού και σούσουρου. Ισως το ίδιο το χάιπ που αναπτύχθηκε γύρω από το όνομά της να αδικεί τελικά τις προθέσεις ή και τις φιλοδοξίες της. Στο «Don't Worry Darling» λ.χ. επιχείρησε με μια πολύ ενδιαφέρουσα αφετηρία να υπερβεί το είδος του ψυχολογικού θρίλερ μπαίνοντας ακόμη και σε Λιντσικά νερά, για να αποδομήσει το διαρκώς ανατροφοδοτούμενο, rebranded αμερικανικό αστικό όνειρο. Το αποτέλεσμα ήταν μια ματαιωμένη υπόσχεση -ναι υπήρχαν σημεία απολαυστικά- που πολύ σύντομα ξηλώθηκε από τη σκηνοθετική αμετροέπεια και το ανερμάτιστο σενάριο.
Στην «Πρόσκληση» το πρωτογενές υλικό είναι εκ των πραγμάτων πιο στρωτό. Σφιχτό καστ δύο ζευγαριών, ελεγχόμενο σκηνικό, αρκεί μια οξυδερκής διαχείριση της σημειολογίας των δωματίων και των «γωνιών» που συνδέουν τα ζευγάρια και η ανεύρεση της μίνιμουμ ερμηνευτικής χημείας για να αποφευχθεί τουλάχιστον το κάζο. Χωροταξικά η Γουάιλντ παιχνιδίζει διακριτικά και κερδίζει το στοίχημα. Το παράθυρο λ.χ. που οπτικά συνδέει τα σπίτια των δύο «αντίπαλων» ζευγαριών αποτελεί την τέλεια ηδονοβλεπτική δίοδο στο φαντασιακό των ανδρογύνων που έτσι κι αλλιώς πλανάται από το ίδιο το γεγονός της «πρόσκλησης».
Ο υπαινιγμός ως χιουμοριστικό εργαλείο θα λειτουργήσει και πέραν της χωροταξίας (βλ. το χαλί, το πιάνο) στη διάρκεια της ταινίας. Σε αυτό συμβάλλει κατά κύριο λόγο το φαινόμενο Εντουαρντ Νόρτον - ένας ηθοποιός που με αδιανόητη άνεση ελίσσεται από την ευγένεια, στον ηλεκτρισμό και την «επικινδυνότητα» που φέρει ο ήρωας του. Και ο Σεθ Ρόγκεν ο οποίος -προφανώς όχι με όπλο τον υπαινιγμό- καταφέρνει να παραμένει αστείος ως... Σεθ Ρόγκεν, προσαρμοσμένος όμως στους χρωματισμούς που απαιτεί ένας λιγότερο αφόρητος -αλλά τελικά το ίδιο μπέμπης- νευρωτικός ήρωας.
Το πρόβλημα της «Πρόσκλησης» είναι ο τόνος με τον οποίο η Γουάιλντ μεταχειρίζεται το υλικό της. Ξαναδίνει υποσχέσεις που δεν μπορεί να τηρήσει, όπως έκανε στην προηγούμενη αποτυχημένη της προσπάθεια. Χρησιμοποιεί άστοχα και προβλέψιμα τα μουσικά της θέματα, επιμένει σε αχρείαστα κοντινά για να υπερτονίσει αυτονόητες εντάσεις, ενώ πατάει το γκάζι της κωμωδίας σε λάθος timing, χωρίς να απελευθερώνει ποτέ κάτι πραγματικά ξεκαρδιστικό ή κάτι ξεκαρδιστικά άβολο.
Ολη η ταινία μοιάζει με μια άσκηση της Γουάιλντ να δηλώσει ότι πίσω από το δείπνο κρύβεται ένα σπουδαίο μυστικό, ότι βρισκόμαστε λίγο πριν από κάποια bigger than life «αποκάλυψη», ότι το ζεύγος Νόρτον - Κρουζ μπορεί να φέρνει στο σουαρέ μια σκοτεινή δύναμη ικανή να εκτρέψει το φιλμ ακόμα και σε θριλερικά μονοπάτια. Τίποτα από αυτά δεν συμβαίνει. Και στην πραγματικότητα δεν πείθεται κανείς ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε καν να συμβεί. Ειδάλλως θα μιλάγαμε ίσως για μια «πονηρή» (αυτο)σαρκαστική σινέ-απάτη που αποδομεί το είδος πριν καταλήξει σε ένα ανθρώπινο και τρυφερό φινάλε.
Σε αντίθεση με τα «Παντρεμένα Ζευγάρια» όπου η νεύρωση και η κρίση υπάρχουν οργανικά, η Γουάιλντ αδυνατεί να αφηγηθεί τη μικρή νυχτερινή ιστορία της χωρίς να μαξιμαλίσει, να «ουρλιάξει», να αποζητήσει την προσοχή του κοινού για να πείσει ότι η «Πρόσκλησή» της είναι κάτι παραπάνω από μια συμπαθητική, επιδερμική δραμεντί. Τελικά, άλλωστε, παρά τα τρικ, τις διαρκείς κλιμακώσεις, τις «ανατροπές», χαρακτήρες δεν αναπτύσσονται, μόνο καρικατούρες: η απελευθερωμένη Ισπανίδα ψυχίατρος που σεξουαλίζει τους ντεκαβλέ οικοδεσπότες. Ο απρόσμενα παθιάρης -φαινομενικά χαμηλότονος- Χοκ του Νόρτον. Και ένα real καθημερινό-προσιτό ζευγάρι σε κρίση που «ανασαίνει» δραματουργικά μόνο όταν η Γουάιλντ αφήνεται στην πηγαία καταγραφή της πεζότητας και των ατελειών του. Ο τρυφερός επίλογος είναι ειλικρινής. Το δείπνο έλαβε τέλος, φτάνουμε στη συνειδητοποίηση, στην αποφόρτιση, σε μια «αγκαλιά», σε ένα νέο μαζί; Μόνο που ποτέ δεν «φορτιστήκαμε» πραγματικά.
γράφει ο Θοδωρής Λέννας
