Τελευταίο Ψέμα τον Δεκαπενταύγουστο



Είναι άβολη η γοητεία της Ελλης Λαμπέτη στο «Τελευταίο Ψέμα» (ή Ψέμμα) του Μιχάλη Κακογιάννη, όσο άβολη είναι και η γοητεία της ίδια της ταινίας.

Το τσεύδισμά της αρθρώνεται πιο έντονο, ενδεχομένως προσεκτικά και περιπαικτικά επιτηδευμένο - σαν εχέγγυο της απόλυτης και ανεπανάληπτης ιδιαιτερότητας της «μεγάλης» ηθοποιού. Το βλέμμα της εγκαταλείπει την αφέλεια του «Κυριακάτικου Ξυπνήματος». Μεταμορφώνεται σε γυναικείο ή σε μια πρόωρη αναπαράσταση του γυναικείου - του μη κοριτσίστικου, του μη αθώου. Η Χλόη της, όμως, συστήνεται ακόμη ως ένα κορίτσι, καλομαθημένο στα σαλόνια της -εν αγνοία της- παρακμάζουσας μεγαλοαστικής αθηναϊκής κοινωνίας.

Η γραφή του Κακογιάννη κόβει σαν λεπίδι εισβάλλοντας στα σουαρέ των πρωτευουσιάνων μπουρζουάδων με την κάμερά του στα πρώτα λεπτά να αιωρείται σαρδόνια πάνω από μερικά χαρτοπαικτικά καρέ κυριών.

Το ελληνικό σινεμά παύει να είναι νηπιακά περιγραφικό ή φορτικά μελοδραματικό. Η αφήγηση της μεγάλης «πτώσης» προκύπτει τόσο υπαινικτικά, μα και τόσο κρυστάλλινα. Η Λαμπέτη γεμίζει με νερό ένα άδειο μπουκάλι ουίσκι και προσποιείται ότι της γλιστράει από τα χέρια και σπάει για να αποκρύψει από τους «ευγενείς» προσκεκλημένους ότι η άλλοτε κραταιά οικογένεια δεν έχει πια φράγκο ούτε για δείγμα· ότι μέχρι και ο μπακαλάκος της γειτονιάς τους περιφρονεί και δεν τους δίνει πίστωση για να ποτίσουν αλκοόλ τους καλεσμένους τους. 


Το μουσικό χαλί του Χατζιδάκι το οποίο επανέρχεται διαρκώς με μικρές παραλλαγές, «σφυρίζει» αινιγματικά το οριακό σημείο της ηρωίδας. Η κύρια μελωδία προοικονομεί μελαγχολικά ένα «τέλος», κατόπιν τροποποιείται στιγμιαία σκιαγραφώντας μια ρομαντική προοπτική διαφυγής, πριν τελικά ματαιώσει την όποια προοπτική με το «σβήσιμό» του. 

Και ξανά στο κέντρο η Λαμπέτη, σε μια διαρκή εσωτερική πάλη. Τη μια ως αδίστακτο πλουσιοκόριτσο που διακορεύεται για να διασώσει το πρεστίζ της καταρρέουσας οικογένειας. Και την άλλη, ως κορίτσι σκέτο που διαισθάνεται την αδικία, που πενθεί το πρόωρο τέλος της νιότης, που πήζει από τα χλιαρά κόρτε των φλούφληδων μνηστήρων - αντιλαμβανόμενη ότι θυσιάζεται για να διασώσει μια φαύλη φαντασίωση πλούτου και κύρους.  

Το «Τελευταίο Ψέμα» θα μπορούσε να εξελιχθεί στο τέλειο μελό. Στην ελαφριά ερωτική-υπαρξιακή περιπλάνηση του όμορφου κοριτσιού που στο τέλος θα κληθεί να διαλέξει ανάμεσα στον ζάμπλουτο γαμπρό-χορηγό και στον έντιμο μποέμ που κάπως παραπάνω τη σαγηνεύει.

Ο Κακογιάννης όμως ανατρέπει τη φόρμα, μεταφέροντας το πεδίο δράσης στη ρημαγμένη επαρχία, μακριά από τα σουαρέ του Κολωνακίου, τις βόλτες με κότερα και την πλήξη των ανφάν γκατέ γόνων. Το φινάλε παραμένει και σήμερα συνταρακτικό. Οχι μόνο επειδή έρχεται σε κατά μέτωπο ρήξη με τη σύμβαση του happy end. Αλλά γιατί προτείνει μια εναλλακτική, πένθιμη, μα και θαυματουργή εκδοχή λύτρωσης για την ηρωίδα, αφότου έχουν πια καταρρεύσει όλα γύρω της. 

Η άβολη γοητεία της Λαμπέτη είναι ότι πέρα από το τσεύδισμα, το βλεμματικό παιχνίδισμα με την κάμερα και τις διακυμάνσεις του σεξαπίλ της, ολοκληρώνει τελικά μια πλήρη κινηματογραφική διαδρομή. Το πλουσιοκόριτσο θα σηκώσει ένα βάρος υπέρτερο από το δίλημμα του «ποιον άνδρα να διαλέξω». Αναμεμειγμένη με απλούς λαϊκούς έναν Δεκαπενταύγουστο στην Τήνο, θα αντικρίσει τον -ταξικό- ένοχο. Αυτόν που σε όλη την υπόλοιπη ταινία προσπαθούσε να διασώσει. 

Φωτογραφίες: Finos Film