Μπορείς να συνοψίσεις το περάσμα του χρόνου σε ένα εξιδανικευμένο καρέ; Σε μια στιγμή όπου μια παράδοξη ή πεζή ή ανεπιτήδευτη εικόνα αποκολλάται από την πεζότητά της και -μαγικά- συνθέτει μια γαληνευτική ισορροπία;
Στο «Blue Moon» του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ –μια από τις σπουδαιότερες ταινίες της χρονιάς που φεύγει- ο στιχουργός Λόρεντζ Χαρτ (υπέροχος ο μεραμορφωμένος Ιθαν Χοκ) σκαρφαλώνει στο σκαμπό της μπάρας που συχνάζει και ορκίζεται ότι δεν θα υποκύψει ξανά στις αλκοολικές σειρήνες που –όπως πλανάται στο φιλμ- τον στοιχειώναν, τον στοιχειώνουν και θα τον στοιχειώνουν μέχρι τον γρήγορο θάνατό του σε ηλικία 47 ετών.
Προφανώς ο Χαρτ θα κυλήσει. Δεν αμφιβάλλουμε ούτε στιγμή γι’ αυτό από την ώρα που γνωρίζουμε αυτόν τον εύθραυστο ανθρωπάκο. Πριν κυλήσει, όμως, εντοπίζει το καρέ. Ενα σφηνάκι ουίσκι, ένα σφηνάκι σόδα και μια κραυγαλέα ανθοδέσμη πάνω στην μπάρα. Το μπουκάλι του ουίσκι δεν μπορεί να λείπει. Δεν έχει σημασία το γιατί. Ολοκληρώνει το κάδρο και ο Χαρτ ίπταται από το σκαμπό του συγκινημένος, δακρυσμένος.
Το απρόσμενο ποίημα που συνέθεσε εκείνη τη στιγμή τον εκτοξεύει πυροδοτώντας έναν εκστατικό παροξυσμό. Παραμιλάει, σκαρφίζεται στίχους νέους, ανακαλεί παλαιότερους, καυτηριάζει λέξεις και μελωδίες άλλων ανταγωνιστών στιχουργών.
Μπροστά στο κάτοπτρο της μπάρας, ενώπιον του καρτερικού μπάρμαν, είναι κυρίαρχος. Ενας απόλυτος πρωταγωνιστής. Ο σπουδαιότερος των σπουδαιότερων ποιητών. Ο πιο γοητευτικός καταφερτζής που θέλγει και θέλγεται από άνδρες και γυναίκες. Μπορεί ακόμη και να αποδομήσει το «Blue Moon», τη μεγαλύτερη επιτυχία του.
Οσο ο βραχύσωμος Χαρτ, με την αδέξια καλυμμένη φαλάκρα, ανυψώνεται και ανάγεται σε ποιητή-φιλόσοφο-βασιλιά-εραστή του άδειου μπαρ, στη διπλανή αίθουσα συρρέει πραγματικός κόσμος για να αποθεώσει το πάλαι ποτέ καλλιτεχνικό του alter ego, τον μουσικό Ρίτσαρντ Ρότζερς, ο οποίος έχει μόλις παρουσιάσει την πρώτη του δουλειά αυτονομημένος από τον ιδιοσυγκρασιακό αυτοκαταστροφικό Χαρτ.
Ο πραγματικός αυτός κόσμος –της κολακείας, της ελαφρότητας, των προκάτ χαμόγελων στους φωτογραφικούς φακούς- καταπίνει τον ανθρωπάκο Χαρτ. Ο βασιλιάς της μπάρας ξεγυμνώνεται, η ποίηση του σβήνει, μεταμορφώνεται πια σε μια γραφική κακοτοπιά, σε μια –σχεδόν- ενοχλητική ανορθογραφία για τους καλοζωισμένους χειροκροτητές του Ρότζερτς.
Οι στιχουργικές ονειρώξεις του Χαρτ δεν συγκινούν κανέναν μακριά από τους κομψούς διακριτικούς πολυέλαιους της δικής του μπάρας κι η ροή του χρόνου και της ζωής τον ξεπερνάει. Ανήμπορος πια να πρωταγωνιστήσει, εύθραυστος και αμήχανος δίπλα στους γίγαντες της σόουμπιζ που τον αγνοούν, ουσιαστικά αόρατος, λαχταρά να εντοπίσει στον χώρο την αγαπημένη του Ελίζαμπεθ.
Η 20χρονη κουκλάρα που υποδύεται η Μάργκαρετ Κουάιλι προφανώς δεν μπορεί να δει ερωτικά τον σακάτη κοντοστούπη Χαρτ – τον οποίο, άλλωστε, όλοι στην πιάτσα θεωρούν ομοφυλόφιλο.
Το πρόσωπο του αλκοολικού ποιητή τσαλακώνεται, αλλά δεν σπάει. Ξέρει ότι σε αντίθεση με τις γυμνασμένες βελούδινες πλάτες των εραστών την Ελίζαμπεθ, η δική του μοιάζει «με ένα λευκό σεντόνι στο οποίο κάποιος έχει ξεράσει». Η τελευταία του ελπίδα, λοιπόν, είναι να ακούσει την ιστορία της. Να αφουγκραστεί την ηδονή των άλλων, των νέων, των όμορφων και των ρωμαλέων.
Το σφηνοπότηρο του εξιδανικευμένου καρέ στο μπαρ έχει πια γεμίσει και
αδειάσει πολλές φορές. Ο χρόνος του Χαρτ τελειώνει και το ποίημα παραμένει
ημιτελές. Μόνη βεβαιότητα ότι πάντα στη ζωή θα υπάρχει «αυτός που αγαπάει και
αυτός που θα επιτρέψει να τον αγαπήσουν». Οι Χαρτ μόνο αγαπάνε.
γράφει ο Θοδωρής Λέννας
