Στη σελίδα της εταιρείας διανομής Weird Wave, στα σχόλια κάτω από το ποστ-πρόμο για την ταινία «Μπερλινγκουέρ: Η Μεγάλη Ελπίδα», παίζει ένας ιδιότυπος–απροσδόκητα μαζικός- αριστερός εμφύλιος σχετικά με την πολιτική κληρονομιά του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ. Μεσ’ στις άκρες η μια πλευρά καταδικάζει τον ιστορικό ηγέτη του PCI ως «ρεφόρμα», «προδότη» ή «νεκροθάφτη» του κομμουνιστικού κινήματος στην Ιταλία, η άλλη υποστηρίζει ότι η προσωπικότητα του Μπερλινγκουέρ πρέπει να αποτελεί πρότυπο και φωτεινό φάρο για την Αριστερά του σήμερα.
Σκανάροντας ενδεικτικά προφίλ σχολιαστών επιβεβαιώνεται η πρόβλεψη ότι η συντριπτική τους πλειοψηφία αφορά 65ρηδες+. Η παρατήρηση δεν είναι ρατσιστική. Αν κάποιος λ.χ. κάνει μια «δειγματοληψία» στις σημερινές νεολαίες του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Αριστεράς –πολιτικών επιγόνων κατά μια έννοια του ευρωκομμουνισμού- είμαι βέβαιος ότι μεγάλο ποσοστό των μελών τους θα αγνοεί τον Μπερλινγκουέρ. Επομένως, το ιστορικό ντιμπέιτ για το PCI, τον Ιστορικό Συμβιβασμό, τον ευρωκομμουνισμό, αφορά –δυστυχώς- αυτούς που έζησαν τα γεγονότα στη δική τους νιότη, που τα βίωσαν ως διλήμματα, ως καμπές –πολιτικές και υπαρξιακές-, που ακόμη και στο σήμερα ανατρέχουν σε αυτά και τα επικαλούνται με όρους ζωτικούς.
Η αξιοθαύμαστα ακομπλεξάριστη αριστερή αυτοαναφορικότητα που συναντά κανείς στα περίπου 200 ( ! ) σχόλια, φαντάζει ορισμένες φορές –μη ειρωνικά- αξιοζήλευτη, γιατί τη διατρέχει πράγματι μια διάθεση ιστορικής ανάλυσης και αποτίμησης γεγονότων και προσωπικοτήτων, με μπούσουλα ένα, κάποιο θεωρητικό σχήμα. Μέσα σε αυτή τη γλυκιά αυτοαναφορικότητα και την –συχνά πυκνά- αφελή, τάχα οχυρωμένη θεωρητικά και ιστορικά, βεβαιότητα της ορθότητας της εκάστοτε μη διαπραγματεύσιμης θέσης, όμως, οι παλιοί σύντροφοι σνομπάρουν στις «αναλύσεις» τους κάτι που μάλλον το σινεμά μπορεί να εκτιμήσει βαθύτερα: τη δύναμη του απροσδόκητου που κόντρα σε νομοτέλειες, σκιάζει και διαμορφώνει ανατρεπτικά την εκάστοτε ιστορική στιγμή.
Ο Μπερλινγκουέρ, στο συμπαθές φιλμ του Αντρέα Σέγκρε, βασανίζεται από την αιματηρή κατάληξη του παραδείγματος της Λαϊκής Ενότητας του Αλιέντε στη Χιλή. «Κι αν αυτό είναι και το δικό μας μέλλον;» σκέφτεται. O Μπερλινγκουέρ του έξοχου Ελιο Τζερμάνο είναι μια φιγούρα που κινείται στον πραγματικό χώρο της πραγματικής ζωής με νευρικότητα, με αμηχανία, σχεδόν σαν παιδί. Στις παρασκηνιακές συζητήσεις, το βάρος της ιστορικής στιγμής που σηκώνει εξωτερικεύεται με ελαφρά τικ και βλέμματα συγκρατημένης καχυποψίας. Ναι, είναι χαρισματικός και οραματιστής ως σύντροφος Μπερλινγκουέρ στις κομματικές μαζώξεις, στο φεστιβάλ της Unita, ακόμη και όταν επικρίνει τη Μόσχα, αλλά εύθραυστος ως ο φιλόδοξος, ιδεολόγος, αλλά και ρεαλιστής Ενρίκο που πρέπει να χωρέσει ένα διαρκώς μεταλλασσόμενο εν κινήσει πολιτικό όραμα, στην τερατική, κατακλυσμένη από αντιφάσεις πραγματικότητα. Η σκηνή που του ανακοινώνεται ότι οι Ερυθρές Ταξιαρχίες πιάσανε τον Αλντο Μόρο είναι ενδεικτική. Το βλέμμα του Τζερμάνο παγώνει, ο ήρωας μοιάζει σαν να πέφτει στο κενό. «Μα πώς γίνεται; Τι πήγε πάλι στραβά; Τι λάθος κάναμε; Τι δεν μπόρεσα να προβλέψω; Τι έπρεπε να κάνω διαφορετικά; Τι στο διάολο ακόμα μάς επιφυλάσσει η κωλο-ιστορία;».
Το φιλμ του Σέγκρε δεν είναι σπουδαίο. Είναι χαμηλότονο, δεν έχει εξάρσεις,
δεν είναι μεγαλειώδες, ούτε στομφώδες και ηρωικό. Είναι, όμως, διακριτικά
μελαγχολικό όπως και το υπέροχο μουσικό χαλί του, αλλά και –πολιτικά και
προσωπικά- αγωνιώδες. Ακρως ταιριαστό με την προσωπικότητα που αποπειράται να
φιλοτεχνήσει και με την πορεία της δικής της, και όχι μόνο, Αριστεράς, όπως
ξετυλίχθηκε μετά τον θάνατό του Μπερλινγκουέρ.
γράφει ο Θοδωρής Λέννας
