Μια κινηματογραφική αίθουσα δεν μπορεί να αποτελεί αντανάκλαση της κοινωνίας. Μια γεμάτη κινηματογραφική αίθουσα, όμως, μπορεί να αποτελεί ένα ενδιαφέρον δείγμα. Ειδικά αν σε αυτήν έχουν συρρεύσει φιγούρες ηλικιακά και αισθητικά εξωτικές στην αθηναϊκή κινηματογραφική καθημερινότητα. Κάπως έτσι η θέαση του «Καποδίστρια» στο Νιρβάνα λειτούργησε εξ αρχής ως πείραμα, κάτι σαν ρεπορτάζ.
Φυσικά, όσο κακοπροαίρετος κι αν είναι κανείς, όσο κι αν ξέρει –πικρά- τι
εστί η υπογραφή του Γιάννη Σμαραγδή,
ελπίζει η εμπειρία της προβολής –τουλάχιστον- να μην είναι ένα ανυπόφορο
βασανιστήριο. Η εναρκτήρια σκηνή ξεκαθαρίζει εν πολλοίς το τοπίο. Το εύρημα του
Νικόδημου, ενός μοναχού-πνεύματος-προστάτη-αγιογράφου-αφηγητή, ήδη γρατζουνάει
κάτι ευαίσθητο.
Εως το τέλος της ταινίας, σε κάθε εμφάνισή του (είναι πολλές), σε κάθε
παιδιάστικο, κακογραμμένο διευκρινιστικό σχόλιο του (είναι πολλά), η φιγούρα
του Νικορέστη Χανιωτάκη –όπως και το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας- θα ερεθίζει
αυτό το δυσπρόσιτο λεκτικά αντανακλαστικό• οργίζεσαι και ηδονίζεσαι μαζί από
την κακοτεχνία, θες να τρέξεις προς την έξοδο του σινεμά και να απαλλαγείς από
αυτόν τον εφιάλτη μια για πάντα, αλλά δεν αντέχεις να χάσεις την επόμενη
εμφάνιση που θα σε γαργαλίσει εξοντωτικά και θα προκαλέσει το ίδιο ένοχο ντελίριο.
Ο «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή θυμίζει τη γιαγιά που συγχαίρει
συγκινημένη το εγγόνι μετά τη σχολική γιορτή. «Παληκάρι μας, πόσο περήφανους
μάς έκανες. Τι υπέροχος Κολοκοτρώνης που ήσουν». «Μα γιαγιά, έκανα τον
Καραϊσκάκη». Ετσι και στο σύμπαν του Σμαραγδή, δεν έχει σημασία η αλληλουχία
της δράσης, οι χαρακτήρες, οι διάλογοι, η σύγκρουση. Ολα είναι συγκεχυμένα και
αποσπασματικά. Γι’ αυτό υπάρχει πάντα ένας Νικόδημος να εξηγεί.
Το συναίσθημα που θα βιώσει η γιαγιά στη σχολική παράσταση είναι γνωστό και
προαποφισμένο πριν καν παρευρεθεί στη σχολική αίθουσα τελετών. Ετσι και στον
«Καποδίστρια». Αρκεί να ενεργοποιηθούν μερικά θεμελιώδη συγκινησιακά
αντανακλαστικά. Η στολή, η φουστανέλα, μια Παναγία - πανόπτικον, ο σατανικός
βόρειος ξένος που μισεί καθετί ελληνικό επειδή στην πραγματικότητα το ζηλεύει
και –όπως στη σχολική παράσταση- ο μονοδιάστατα ενάρετος ήρωας, ο «καλός», το
«παληκάρι μας».
Καλά όλα αυτά. Ομως, πόσο σπάνια μέσα σε μια σινε-σεζόν βλέπουμε
πραγματικό, εξωκινηματογραφικό, μη μυημένο, λαό να γεμίζει αίθουσες, να
χειροκροτά και να συγκινείται; Πόσο συχνά βλέπουμε εν γένει γεμάτες αίθουσες;
Βεβαίως, το εθνοφολκλόρ πάντα υπήρχε, πάντα θα υπάρχει και πάντα θα αγγίζει
μερίδα του κοινού. Η γραφικότητα από μόνη της δεν είναι επικίνδυνη. Ενίοτε
κουβαλά και μια γνήσια ανάγκη ταυτοτικής έκφρασης. Το σινεμά λογίζεται άλλωστε
ως το πιο λαϊκό θέαμα. Οπως δεχτήκαμε ή και χαρήκαμε πέρυσι τα παλαμάκια στη
σινε-βιογραφία του Καζαντζίδη (το αξιοπρεπές φιλμ του Τσεμπερόπουλου δεν
μπαίνει καν σε κινηματογραφική σύγκριση με τούτο εδώ), ας δεχτούμε και τα
πατριωτικά δάκρυα για τον Καποδίστρια.
Τι γίνεται, όμως, όταν αυτά τα πατριωτικά δάκρυα πλαισιώνονται από κορώνες
περί μιας κάποιας αφηρημένης συνωμοτικής δίωξης του δημιουργού της ταινίας;
Κάποιοι δεν ήθελαν να γίνει αυτή η ταινία, επαναλαμβάνει σε συνεντεύξεις του ο
Σμαραγδής, εμπλέκοντας την woke ατζέντα, κάποιες «δράκες» που έδωσαν λυσσαλέα
μάχη για να του κόψουν τη χρηματοδότηση, ακόμα και τον Γιάννη Αντετοκούνμπο που
εξασφάλισε εύκολα οικονομικούς πόρους; Θα πει κανείς ότι ο βιογράφος έχει
δικαίωμα να μπαίνει στο πετσί του βιογραφούμενου προσώπου. Οι woke
Μαυρομιχάληδες του ελληνικού σινεμά ήθελαν να σκοτώσουν τον Καποδίστριά του.
Και φυσικά έχει δικαίωμα και ο αντιπρόεδρος του κυβερνώντος κόμματος και
υπουργός Υγείας αρχικά να απολογείται εάν δεν ενέκρινε κάποια χρηματοδότηση για
την ταινία–όπως είχε καταγγείλει ο Σμαραγδής. Και κατόπιν να μοιράζεται την
«απόλαυσή» του που ο «Καποδίστριας» έχει εξοργίσει τους «θολοκουλτουριάρηδες»
οι οποίοι ενοχλούνται από τον «πατριωτισμό» της ταινίας.
Εδώ η αντανάκλαση δεν είναι κοινωνική –όπως στην ανθρωπογεωγραφία της αίθουσας- αλλά πολιτική. Και είναι ανατριχιαστικά ακριβής και εύγλωττη. Τόσο ακριβής που δεν προξενεί καμία εντύπωση το γεγονός ότι ο ίδιος υπουργός-σινεκριτικός (παρότι δεν έχει δει την ταινία) αποφαίνεται ότι το κράτος εδώ και χρόνια χρηματοδοτεί ένα «κάρο ανοησίες». Το 2026 μπαίνει με Σμαραγδή, Νικόδημο και Αδωνι. Η συμμορία της μιζέριας και της θολούρας ας μην λέμε πολλά. Είμαστε παρελθόν.
γράφει ο Θοδωής Λέννας
