«Dracula» του Λικ Μπεσόν: Ναρκισσισμοί


Μοιάζει με ιδιόρρυθμη κινηματογραφική συνθήκη, ο δημιουργός του «Leon», του «Big Blue» και του «Fifth Element» να βγάζει μια ταινία «Dracula» και να περνάει -σχεδόν- στα ψιλά της σοσιαλμιντιακής κινηματογραφολογίας. Ναι, το φιλμ του Λικ Μπεσόν ανέβηκε στο #2 του Box Office, όχι όμως με υψηλά νούμερα -συγκριτικά λ.χ. με τον πρόσφατο, συγγενή «Nosferatu» του Ρόμπερτ Εγκερς. Φρονώ, μάλιστα, ότι ακόμα και η πλειοψηφία των περίπου 11.500 χιλιάδων που έκοψαν εισιτήριο την πρώτη εβδομάδα προβολής, ενδέχεται να «παρασύρθηκε» από το βαμπιρικό brand name του τίτλου (και ενδεχομένως την προσδοκία μιας εμπειρίας τρόμου) παρά από τον σκηνοθέτη του.

Φευ. Το «Dracula» δεν είναι ούτε κατά διάνοια μια ταινία τρόμου. Ειναι μια καθαρή μπεσονική ταινία. Ενα άνισο παραμύθι που εναγκαλίζεται εξίσου με το camp, το επιτηδευμένα glossy και το οραματικό και που παραδόξως παρότι ξεδιπλώνει πλήρως και απενοχοποιημένα τον ναρκισσισμό του δημιουργού του, σέβεται τον μύθο και το πρωτογενές υλικό του Μπραμ Στόκερ. Ευλογία του Μπεσόν: η σύγκρισή του με μια ταινία και κατάρα η σύγκρισή του με μια άλλη.

Το «Dracula» έρχεται στις αίθουσες λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του υπερφιλόδοξου, άκρως χαϊπαρισμένου και εν τέλει μάλλον αποτυχημένου «Nosferatu» του Ρόμπερτ Εγκερς. Τότε, η αγωνία του Εγκερς να διοχετεύσει τον -δικό του- ναρκισσισμό σε μια ταινία - ορόσημο, bigger από τον μύθο που πραγματεύεται, κατακλυσμένη από σκηνές ανθολογίας, οδήγησε σε ένα αποτέλεσμα βαρύγδουπο, απολύτως άψυχο και άδειο.. Εν ολίγοις μια ταινία που έπαιρνε άνευ λόγου στα σοβαρά τον εαυτό της και που  δεν θα μείνει για κανέναν λόγο ως ορόσημο. 

Εδω, λοιπόν, η σύγκριση για τον Μπεσόν είναι ευνοϊκή. Ο δικός του «Δράκουλας» είναι επίσης μια ναρκισσιστική ταινία - δημιουργού με τη διαφορά ότι ο ναρκισσισμός του Μπεσόν αδιαφορεί για την προοπτική να αφήσει πίσω του μια μεγάλη ταινία, αλλά διψά να φτιάξει μια ταινία διασκεδαστική, παιχνιδιάρικη, ιδιοσυγκρασιακή, ενίοτε γελοία, ενίοτε μεγαλόκαρδη, πονεμένη, (ναρκισσιστικά και πάλι) ρομαντική.

Ο Μπεσόν κινηματογραφεί παραμυθικά. Το πρώτο μέρος του Δράκουλά του μοιάζει να πιάνει το νήμα της ντισνεϊκής αισθητικής των 90s: κάτι από Πεντάμορφη και το Τέρας, κάτι από Παναγία των Παρισίων. Χαρακτηριστική η άβολη επιλογή των λίθινων γκόργκοϊλ - φτυστά οι φίλοι του Κουασιμόδου- αντί για τις περίφημες νύφες του Δράκουλα. Χαρακτηριστικές, όμως, και οι αναφορές στο ομώνυμο φιλμ του Κόπολα του 1992 που αδικούν τη φιλότιμη προσπάθεια του Μπεσόν.

Ναι, στην ταινία του 2025 το αφηγηματικό τέμπο -με τις πολλές και αναμφίβολα καλοκουρδισμένες voice over αναδρομές- λειτουργεί μέσα στην απλότητά του Ναι, η ρομαντική πλευρά του μύθου - ειδικά στο πρώτο μέρος- έχει καρδιά και ένταση. Ναι, το σάουντρακ του Ντάνι Ελφμαν έχει τις δικές του μεγαλειώδεις στιγμές, ο Βαν Χέλσινγκ του Κρίστοφ Βαλτζ μια υπέροχα αινιγματική απάθεια και στωικότητα, ενώ ο Μπεσόν από το πουθενά παραδίδει δύο σκηνές ανθολογίας: η μία με τον περιπαικτικό -αρωματικό- χορό του Δράκουλα που καταλήγει σε ένα παρακμιακό σερί σεξουαλικών δαγκωμάτων, η άλλη με το ντελιριακό όργιο του Δράκουλα με μερικές αφιονισμένες μοναχές.

Αλλά η αναπόφευκτη σύγκριση με το έργο του 1992 κονταίνει την προσπάθεια του. Οχι επειδή ο μεγάλος Κόπολα παρέδωσε τότε ένα αριστούργημα, αλλά γιατί παρά την ατσούμπαλη σεναριακή οργάνωση του βιβλίου του Στόκερ, μετεξέλιξε τη μυθολογία του βαμπιρικού σινεμά, ενδύοντας τον Δράκουλα του Γκάρι Ολντμαν με ένα ποπ στυλιζάρισμα, αλλά και με μια άκρως γήινη ευαλωτότητα. Η κινηματογραφική μετάβαση από τον αρχετυπικό κακό μπαμπούλα στον άνθρωπο-βαμπίρ είχε πια συντελεστεί - και μάλιστα με «μεγάλο» σινεμά.

Επιστρέφοντας στην απόπειρα του Μπεσον, παρά την εκ των πραγμάτων άδικη για το φιλμ σύγκριση με μια θρυλική στιγμή του σινεμά των 90s, ο Δράκουλας του Κέιλεμπ Λάντρι Τζόουνς εισφέρει τελικά κάτι που έλειπε στον Ολντμαν και σε όλους του αιμοβόρους ήρωες του παρελθόντος: μια ακόμη πιο γήινη αίσθηση παιδικότητας - άλλοτε «πρωτόγονη» και αξιαγάπητη, άλλοτε κακομαθημένη και επικίνδυνη. Αλλωστε, το «παιδί» - Δράκουλας νοιάζεται -τελικά- μονάχα για τον ευατό του, τη δική του φαντασίωση, τη δική του κατάρα. Η Ελιζαμπέτα-Μίνα είναι έπειτα από ένα σημείο δραματουργικά ανύπαρκτη. Ισως συνειδητά. Ο Δράκουλας του Μπεσόν είναι ένα αιωνόβιο ανδρικό βλέμμα πάνω σε μια φαντασίωση γυναίκας και όχι πάνω σε μια πραγματική γυναικεία ηρωίδα. Ειρωνικά ταιριαστό: αν σκεφτεί κανείς τις μιτουικές καταγγελίες σε βάρος του Μπεσόν τα προηγούμενα χρόνια. 

γράφει ο Θοδωρής Λέννας