
Στο πρώτο μέρος του «Αμνετ» της Κλόι Ζάο ο ήρωας του Πολ Μεσκάλ συστήνεται ως ένας μάλλον ελαφρύς και άγαρμπος τύπος. Ενας μαμούχαλος που ο μπαμπάς του τον σφαλιαρίζει όταν τον κρίνει ανεπαρκή και λίγο. Ενας –και ο ίδιος- μπαμπάς που παρότι αγαπά αληθινά και απροσποίητα, απουσιάζει από τις σπουδαίες και οριακές στιγμές της δικής του οικογένειας. Από τις στιγμές που –εν αγνοία του, όπως αρμόζει σε έναν πραγματικά τραγικό ήρωα- δρομολογούν και σφραγίζουν την τραγωδία που επίκειται.
Βουτηγμένος στην αθώα φαντασίωσή να αναγνωριστεί το συγγραφικό ταλέντο που διαισθάνεται ότι διαθέτει αλλά πασχίζει να του δώσει μορφή. Αθώος και ανεπίγνωστος αναζητητής μιας σπουδαιότητας που ξέρει ότι δεν γίνεται να του ανήκει.
Είναι ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ αλλά το αγνοούμε. Το όνομα του θα ακουστεί για πρώτη φορά προς το τέλος του φιλμ. Οταν το πένθος, το τραύμα, η οικογενειακή τραγωδία που έχει προηγηθεί υφαίνουν την –ελλειμματική- ταυτότητά του, τον κάνουν τελικά Σαίξπηρ.
Μέχρι τότε η Ανιες της συνταρακτικής Τζέσι Μπάκλεϊ τον «καταπίνει». Ξωτικό του δάσους με σαγήνη υπερβατική και απόκοσμη αλλά συνάμα με μια διαυγή και μελαγχολική ανθρωπινότητα. Αυτή εντοπίζει τα σημάδια του κακού που έρχεται, αυτή διαισθάνεται την κατάβαση προς το σκοτεινό λαγούμι του δάσους. Αυτή αγγίζει, ουρλιάζει, σωματοποιεί τον πόνο, «ανοίγει την καρδιά της» όπως συχνά μονολογεί. Είναι η γυναίκα, η μαμά και τελικά ο λόγος που ο Αμνετ του ζευγαριού θα γεννήσει τον «Αμλετ».
Πιθανά το τελευταίο εικοσάλεπτο του φιλμ της Ζάο να αποτυπωθεί στην ποπ συνείδηση ως ένα από τα πιο συγκινησιακά φορτισμένα κινηματογραφικά φινάλε του 21ου αιώνα. Η αλήθεια είναι πως μια χειρονομία της Μπάκλεϊ αρκεί ώστε αυτό να συμβεί. Με ένα μόνο άγγιγμα παράγεται μεγάλο σινεμά και αυτό δεν είναι αμελητέο. Κι ας υπερβάλλει κατόπιν η Ζάο στην επίκληση κάθε μέσου ώστε να εκμαιεύσει το δάκρυ ακόμη και του πιο σκληρόκαρδου.
Το «Αμνετ» όμως είναι σπουδαίο σινεμά έτσι κι αλλιώς. Για τα σημεία που οι μεγάλες χειρονομίες των ηρώων ανασαίνουν στις εναλλαγές φωτός και σκοταδιού. Για μια σκηνή γέννας που συνοψίζει αυτό που -κάπως εύκολα και απερίσκεπτα- χαρακτηρίζουμε «σαιξπηρικό»• μια σκηνή που απελευθερώνει επώδυνα την άρρητη και άβολη βεβαιότητα ότι το κακό είναι αναπόδραστο όσο κι αν οι άνθρωποι πασχίζουν να το ξορκίσουν.
Αλλα ίσως πάνω από όλα για την πένθιμη και βασανιστική μεταμόρφωση του Ουίλ σε Σαίξπηρ. Η ερμηνεία της Μπάκλεϊ είναι καθηλωτική σε κάθε λεπτό του φιλμ. Ο Σαίξπηρ-Μεσκάλ όμως είναι αυτός που διαβαίνει το μονοπάτι από την ελαφρότητα ενός «μικρού» ήρωα στην εξερεύνηση ενός εσωτερικού και εξωτερικού σκοταδιού αλλά και μεγαλείου που χωρίς τον πόνο της απώλειας δεν θα ανακάλυπτε ποτέ. Το μονοπάτι που τελικά θα γεννήσει την πιο καθαρή και απόλυτη ποίηση του «να ζει κανείς ή να μην ζει».