Στην πρώτη σκηνή που ο Στέλαν Σκάρσγκαρντ εμφανίζεται στη «Συναισθηματική Αξία» του Γιοακίμ Τρίερ, το σπασμένο πρόσωπό του, ειδικά οι γραμμές που σχηματίζουν οι ρυτίδες στο στόμα του, φέρνουν –κατά έναν περίεργο τρόπο- στο μυαλό την τραχύτητα, τη δωρικότητα και τη δαιμονικότητα του Μαξ φον Σίντοφ. Προφανώς και ασχέτως του παραπάνω συνειρμού, ηθελημένα ο Τρίερ στη νέα του ταινία αναζητά ευθέως τον Μπέργκμαν.
Στην εν λόγω σκηνή ο «άσωτος» πατέρας Σκάρσγκαρντ –μποέμ, αλκοολικός, καθαρματάκι εκ πρώτης όψεως που άφησε την οικογένειά του για να γυρίζει ταινίες και ενδεχομένως στα μάτια των δύο κοριτσιών του για να κάνει ζωάρα- επιστρέφει στο «σπίτι» για την κηδεία της μαμάς, πρώην συζύγου του. Το «σπίτι» μπαίνει σε εισαγωγικά γιατί για τον Τρίερ από την πρώτη σεκάνς, αποτελεί σύμβολο, σημείο αναφοράς, ουσιαστικά το μοναδικό σκηνικό στις υποθετικές πράξεις μιας θεατρικής εναλλακτικής του φιλμ. Εκτός από τον Μπέργκμαν είναι εδώ ο Στρίνμπεργκ και ο Τσέχοφ.
Το σπίτι που φιλοξένησε παππούδες και προπαππούδες, που άλλοτε βρυχόταν από καβγάδες, που χώρεσε έρωτες, γεννητούρια, αλλά και διώξεις (όχι απαραίτητα πετυχημένη δραματουργικά η εμπλοκή μιας υπο-ιστορίας από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο). Το σπίτι που στο απρόσμενα λυτρωτικό φινάλε μιας ταινίας που διαρκώς ανακόπτει και αναβάλλει την τόσο αναγκαία εκτόνωση που αποζητούν οι ήρωες της, «θυσιάζεται» ως ψυχαναλυτικό τοπόσημο μιας καθήλωσης και γίνεται υπερβατικός κινητήριος μοχλός δια της ίδιας της τέχνης του σινεμά.
Μιλώντας για ανολοκλήρωτες εκτονώσεις, σε αντίθεση με τον χείμαρρο του «Χειρότερου Ανθρώπου στον Κόσμο» που στη μνήμη μου έχει μείνει ως μια απελευθερωτική κινηματογραφική έκρηξη αφιερωμένη σε όλες τις κοπέλες που κατά καιρούς βασανίζουν τους μονοδιάστατους μαμούχαλους της γενιάς μου (εμου συμπεριλαμβανομένου), εδώ ο Τρίερ ανακόπτει –μέσα από ένα ευρηματικό μοντάζ και μια μελετημένη γραφή – χορογραφία της κάθε σκηνής- κάθε ροπή προς εύκολες λυτρώσεις.
Στο κινηματογραφικό ταμπλό, άλλωστε, δεν υπάρχει ακριβώς ένα πρωταγωνιστικό πρόσωπο, αλλά (τουλάχιστον) τέσσερα. Η μια κόρη, ξανά η Ρενάτε Ρέινσβε του «Χειρότερου Ανθρώπου», καλλιτεχνάκι όπως κι ο μπαμπάς, ανασφαλής ηθοποιός που πριν την παράσταση αποζητά ένα ολιγόλεπτο σεξ ή ένα... χαστούκι, με τους πανικούς, τις αντιφάσεις, την ανωριμότητα, σε μια επί της ουσίας πιο σκοτεινή έκφανση του ίδιο ρόλου.
Η άλλη κόρη -μεστή ερμηνευτικά η Ινγκα Ιμπσντότερ Λίλεας- συγκροτημένη, ολιγόλογη, οργανωμένη πανεπιστημιακός που έκανε οικογένεια, θέτοντας έτσι τα δικά της όρια στον σίφουνα (αυτο)καταστροφικό μπαμπά.
Και φυσικά ο μπαμπάς του Στέλαν Σκάρσγκαρντ – ένας από τους κορυφαίους και πιο καλογραμμένους ύστερους ρόλους ενός σπουδαίου ηθοποιού. Σαν ο Τρίερ να χωράει μέσα στη φιγούρα του τη μυθολογία του «παλιού» auteur : ενός τύπου φαινομενικά σκληρού, κυνικού, μπήχτη και αφόρητα νάρκισσου – φορέα μιας γενιάς που γαλουχήθηκε να ζει έτσι. Ενας Μπέργκμαν –εν ολίγοις- τον οποίο ο Τρίερ ξεγυμνώνει μεθοδικά και με αγάπη. Ενας ήρωας που λέει ότι «η προσευχή δεν είναι το να μιλάς με τον Θεό, αλλά το να απελπίζεσαι». Η απάντηση, θα μπορούσαμε να πούμε, στο ερώτημα «μα καλά, πώς γίνεται ένας τόσο καριόλης τύπος, να κάνει τόσο ευαίσθητες ταινίες».
Τέταρτο κομμάτι του παζλ, η Ελ Φάνινγκ, ως στάρλετ που «κλέβει» τον ρόλο που ο μπαμπάς Σκάργσγκαρντ είχε αρχικά γράψει για την κόρη Ρέινσβε, σε μια αδιανόητη μικρή-μεγάλη ερμηνεία που βασίζεται ακριβώς πάνω στο μοναδικό ταπεραμέντο αυτής της τύπισσας να κινείται με τόση άνεση, αλλά και ουσία, μεταξύ της αφέλειας, της σάχλας και του ανάλαφρου σέξινες που περιλαμβάνει ο ρόλος της, στη συνειδητοποίηση της σοβαρότητας της κατάστασης που μάλλον τελικά τήν υπερβαίνει.
Γενικώς, η «Συναισθηματική Αξία» μοιάζει ενίοτε να χάνει το κέντρο βάρους της, σαν ο Τρίερ να μην μπορεί να πρωτοδιαλέξει για ποιον ήρωα θα μιλήσει, ποιον ήρωα εν τέλει αγαπάει ή μισεί περισσότερο, σε ποιον θα δώσει περισσότερο screentime και αξία. Δεν μιλάμε για το «Annie Hall» των μιλένιαλς, όπως συνέβη στον «Χειρότερο Ανθρωπο». Ούτε, όμως, για ένα σύγχρονο «Interiors», ένα φιλμ δηλαδή του οποίου τα κομμάτια θα κολλάνε δια της απλοϊκής επίκλησης στις βασικές αρχές της ψυχανάλυσης.
Ναι, στην ταινία υπάρχει λύτρωση: είναι το ίδιο το σινεμά ως καθρέφτης που
μπορεί στιγμιαία να εξηγήσει, να ερμηνεύσει, να δώσει κατευθύνσεις. Δεν
υπάρχει, όμως, σαφής απάντηση. Δεν υπάρχει το νήμα εκείνο από το παρελθόν, το
τραύμα, το γεγονός – τομή που ρύθμισε καταλυτικά τη μηχανική μιας
δυσλειτουργικής οικογένειας. Ακόμα και το δυσλειτουργική ως λέξη είναι περιορισμός
και σύμβαση. Σε ένα σινεμά που φιλοδοξεί να είναι μοντέρνο και ανθρώπινο, η
οικογένεια της «Συναισθηματικής Αξίας» δεν φαντάζει τελικά τόσο ξένη ή ανοίκεια
προβληματική. Κι αν κάτι είναι σπουδαίο και πραγματικά ανθρώπινο στο –ορισμένες
φορές ανοικονόμητο- σινεμά του Γιοακίμ Τρίερ, είναι ακριβώς αυτή η γνησιότητα
με την οποία επιλέγει να αγκαλιάσει τις ανθρώπινες σχέσεις και στιγμές:
σκληρές, τρυφερές, πονετικές, αγαπησιάρικες, άβολες ή γελοίες.
