Στην -απρόσμενα- πιο σπουδαία σκηνή του «One Battle After Another», ενώ μια πόλη φλέγεται και ο ισπανόφωνος sensei του Μπενίσιο ντελ Τόρο συντονίζει με μαεστρία μια άκρως δύσκολη επιχείρηση διαφυγής, ο ήρωας του Λεονάρντο Ντι Κάπριο -πρώην επαναστάτης ένοπλης badass αριστερής οργάνωσης- βρίσκεται εν μέσω ενός ανείπωτου παραληρήματος. Σαν να μην βλέπει τι συμβαίνει γύρω του. Σαν να μην μπορεί να αντιληφθεί τις συγκρούσεις του φλεγόμενου τώρα.
Στο
«Inherent Vice» -στην πρώτη κινηματογραφική βουτιά του Πολ Τομας Αντερσον στο
σύμπαν του Τόμας Πίντσον- ο χίπις του Χοακίν Φίνιξ συνειδητοποιεί μέσα από
παραισθητικούς καθρέφτες ότι η εποχή τον ξεπερνά, ότι ο ίδιος σβήνει, χάνεται.
Στο «One Battle After Another» ο πρώην «αντάρτης πόλης» Ντι Κάπριο είναι ήδη
χαμμένος: ένας μεσόκοπος παρακμιακός μπάρμπας με κοιλίτσα που καπνίζει χόρτο
στον καναπέ του λυόμενου σπιτιού του. Ενας «πρώην» που ακόμη και όταν θυμάται
κάτι από το ένδοξο παρελθόν, μοιάζει αφόρητα γραφικός, «irrelevant», όπως λέει
η φιλελέ αργκό.
Στην
αντίπερα όχθη, η άλλη πλευρά της λευκής Αμερικής - αυτή των στρατόκαβλων
σφίχτηδων και των καχεκτικών χριστιανο-συντηρητικών πολιτικάντηδων- παρότι πιο
παρανοϊκή, πιο εξωφρενική, όχι απλώς μοιάζει «relevant», αλλά ηγεμονεύει. Εξού
και η λύσσα του -ναζιστικής εσάνς- συνταγματάρχη Λόκτζο (τρέλα ο Σον Πεν που
παλεύει με την ένοχη κάβλα του για κάτι απαγορευμένο) να χωθεί σε μια σεχτοειδή
αλτ ραίτ φασούλα.
Ο PTA
κινηματογραφεί, κι αυτός κάπως μπερδεμένος, αυτές τις δύο Αμερικές - τις
Αμερικές της δικής του γενιάς. Σε μια πρώτη ανάγνωση, το σύμπαν του «One Battle
After Another» θα μπορούσε άνετα να έχει βγει απευθείας από τη φαντασία των
αδελφών Κοέν. Η γραφή, όμως, που επιλέγει ο Αντερσον δεν καλουπώνεται στο κουτί
ενός οριοθετημένου ή στρατευμένου «σουρεαλισμού». Η αμηχανία είναι ταυτόχρονα
όπλο και κατάρα για τον Αντερσον. Το παράλογο εμφανίζεται στην ταινία
απρόκλητα, ρέει φυσικά για αυτό και το νιώθεις τόσο άβολο - και τόσο απόλυτα
ταιριαστό με το γενικευμένο χάος μιας χώρας που επίσης φλέγεται μέσα στον
παραλογισμό. O Αντερσον κάνει ξανά σινεμά που σε ξενίζει, αλλά βιώνεται
ταυτόχρονα ως απόλυτα οικείο.
Σε όλη αυτή
την αμήχανη διαδρομή -κατακλυσμένη από σημειολογία, από πονηρά, έμμεσα και
άμεσα πολιτικά κλεισίματα ματιού, από αστείρευτη αγάπη για το πνευματώδες, το
μπιτάτο, το arthouse, το εμπορικό, το όλο σινεμά- ο Αντερσον αγωνιά να βρει μια
λυτρωτική αχτίνα για τους ήρωες της «δικιάς του» Αμερικής. Σαν να θέλει
απεγνωσμένα να πει ότι «ναι, είμαστε γελοίοι, έχουμε κάνει λάθη, έχουμε
ηττηθεί, αλλά μας αξίζει μια συνέχεια, ένα καλό τέλος ή μια νέα αρχή».
Μέσα στην
άνιση (σικ η επιλογή της λέξης) κορύφωση της ταινίας, τελικά η αγωνιώδης
αυτοκινητάδα του μπαμπά Ντι Κάπριο για να σώσει την κόρη του μεταμορφώνεται σε
κάτι πολύ συγκινητικό, πολύ πιο δικό μας, σε μια αποστολή ζωτικής σημασίας για
τον ήρωα, για τον σκηνοθέτη και για τον θεατή.
Κι ενώ στο «One Battle After Another» δεν συναντάς
την πιο σπουδαία εκδοχή του PTA, αναπόφευκτα
αγκαλιάζεις τον συναισθηματισμό, την ευαλωτότητά του. Την ανάγκη -όσο πια μεγαλώνει κι αυτός- να
κλείσει με ειλικρίνεια και καλλιτεχνικη ελευθερία κάποιους λογαριασμούς, πολιτικούς,
προσωπικούς, υπαρξιακούς, κινηματογραφικούς. Αλλωστε, ελευθερία είναι να μην
φοβάσαι. Σαν τον Τομ Κρουζ, όπως λέει και ο Μπενίσιο σε μια στιγμή της ταινίας.
