Βρίσκω άδικη την κύρια επωδό που επέλεξαν οι Έλληνες κριτικοί για να υποδεχτούν το "Belfast" του Κένεθ Μπράνα: "μια safe, ανώδυνη, τρυφερή ταινία ό,τι πρέπει για να 'λυγίσει' την Ακαδημία και να διαπρέψει στα Όσκαρ" έγραψαν οι περισσότεροι, υποβαθμίζοντας έστω έμμεσα την ανάλυση των αρετών αλλά και των "προβλημάτων" της ταινίας.
Για τον γράφοντα το "Belfast" δεν ούτε μια "ανώδυνη" ταινία, ούτε μια ταινία που εκμαιεύει το συναίσθημα και το δάκρυ του κοινού. Κι αυτό διότι δεν βρίσκω καθόλου ανώδυνη την εξιστόρηση μιας ιστορίας ξεριζωμού μέσα από τα μάτια ενός παιδιού.
Για μένα αυτό είναι το "Belfast" του Κένεθ Μπράνα: το παιδικό βλέμμα μέσα σε μια "εμπόλεμη" ζώνη. Ο μετασχηματισμός του σκληρού βιώματος της ζωής, σε ένα "παιχνίδι" ή έστω σε μια δύσκολη παιδική δοκιμασία, όπου η βία, ο θάνατος και η φθορά παίρνουν μια άλλη "παραμυθένια" μορφή στο μυαλό του νεαρού Μπάντι, του πρωταγωνιστή της ταινίας.
"Belfast, 1969..."
Ο Μπράνα - με την καθοριστική συνδρομή της υπέροχης φωτογραφίας του ελληνοκύπριου Χάρη Ζαμπαρλούκου - "ξαναχτίζει" το Μπέλφαστ του 1969 με διάθεση ιστορικής αναπαράστασης, αλλά και ως ένα τοπίο ημί-ονειρικό, σχεδόν θεατρικό, με όρια και σαφή σημεία αναφοράς, όπως θα το διαμόρφωνε μια παιδική ανάμνηση.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό ο Μπράνα φιλοτεχνεί τον μικρόκοσμο που ζει γύρω από τον Μπάντι - το δικό του alter-ego. Με μεθοδική και καθαρή γραφή και ένα υπέροχα διακριτικό όσο και αποτελεσματικό χιούμορ, προσγειωνόμαστε στο Μπέλφαστ και στους ήρωες της καθημερινότητας του. Στις εντάσεις των γονιών του Μπάντι και την αγάπη που τις υπερκαλύπτει, στις "φιλοσοφίες" του παππού (καταπληκτικός ο Ciaran Hinds) και στα σιωπηλά βλέμματα της γιαγιάς (Judi Dench).
Και όλα αυτά όσο δίπλα σε αυτούς τους ήρωες μαίνονται οι εμφύλιες, θρησκευτικές ταραχές που συγκλόνισαν την Βόρεια Ιρλανδία το 1969. Έναν "πόλεμο" τον οποίο πράγματι ο Μπράνα δεν επιλέγει να τον χειριστεί με όρους πολιτικούς, αλλά περισσότερο με όρους ηθικούς και υπαρξιακούς: ακόμα και σε μια ταινία για τη νοσταλγία της παιδικότητας, η απειλή, ο φόβος, η βία, η συνάντηση με το "κακό" και το παράλογο, είναι εν τέλει και τα κυρίαρχα στοιχεία που θα καθορίσουν τη ζωή του Μπάντι.
Το παιδί από το Belfast που αγαπούσε το σινεμά
Παράμετροι που θα κορυφωθούν σε μια αδικαιολόγητα άστοχη σκηνή "σύρραξης", χαρακτηριστική της "εφηβικής" αμετροέπειας που έχουμε συναντήσει και σε πολλές άλλες ταινίες του Κένεθ Μπράνα και που εδώ ευτυχώς συσσωρεύεται σε ελάχιστες στιγμές του φιλμ.
Σε μια ταινία σαν το "Belfast", όμως, κάθε "παιδικότητα" συγχωρείται. Και αυτό διότι η μεγάλη δύναμη της ταινίας, είναι η ίδια η παιδικότητα. Οι αγωνίες και τα "κατορθώματα" του μικρού Μπάντι (αποκάλυψη ο Τζουντ Χιλ), η παρατηρητικότητα και οι ατάκες του, η συγκινητική αγάπη του για το σινεμά και τη σύνδεση του βιώματος του σινεμά με την αληθινή ζωή. Η ιστορία της διαμόρφωσης ενός ανθρώπου που θα ερωτευτεί το σινεμά και που ενδεχομένως θα "παράξει σινεμά, μέσα από τις σκληρές συνθήκες της αληθινής ζωής. Μέσα από τις πρώτες, θολές παιδικές μνήμες που εν τέλει όσο καθόρισαν τον Μπάντι-Κένεθ καθόρισαν και εμάς.
γράφει ο Θοδωρής Λέννας
Διαβάστε επίσης:
"The Tragedy of Macbeth" (2021) του Τζόελ Κοέν - Μια κάποια κριτική