"Master Gardener" του Πολ Σρέιντερ - Κριτική της ταινίας


Σκοτεινός, μοναχικός και μονόχνωτος, τραυματισμένος από ένα "βαρύ κι ασήκωτο" παρελθόν, καταδικασμένος να ζει στις σκίες ή στο ημίφως "άδειων" δωματίων και να γράφει τις σκέψεις του σε ένα ημερολόγιο που λειτουργεί σαν "υπενθύμιση" της βάναυσης "κληρονομιάς" που του έχει αφήσει το παρελθόν του. Ο "Master Gardener" - του Τζόελ Έτζερτον- είναι ένας κλασσικός "σρειντέρ-ικός" ήρωας και η νέα ταινία του λατρεμένου Πολ Σρέιντερ αποδίδει μεν σαν μια "συνέχεια" των αγαπημένων θεματικών του σεναριογράφου του "Ταξιτζή", πλην όμως μοιάζει να "μπουρδουκλώνεται" μέσα στην ανάγκη της να χωρέσει πολλά ευρήματα και στη συνειδητή επιλογή του δημιουργού της να θυσιάσει την αναγκαία κορύφωση του φιλμ στο βωμό μιας πιο γλυκανάλατης, αφελούς και - ομολογουμένως - αντι-σρειντερικής ματιάς πάνω στους καταραμένους ήρωες της. 

Συνοπτικά: ο Νάρβελ Ροθ είναι "αρχικηπουρός" στους μεγαλειώδεις κήπους μιας ηλικιωμένης αστής, εκεί όπου μέσα από την εμμονική του προσήλωση στα λουλούδια και στους θάμνους του κτήματος, μοιάζει να αναζητά την εξιλέωση από ένα τραυματικό και βίαιο παρελθόν που τον κατατρέχει στα όνειρα και στις σκέψεις του. Μέχρι να καταφτάσει στους κήπους η ανιψιά της ιδιοκτήτριας - μια νεα κοπέλα επίσης στιγματισμένη από μια βάναυση και άδικη ζωή - η οποία και θα ανατρέψει την "κανονικότητα" του Νάρβελ. 


Εκ πρώτης όψεως το "Master Gardener" δεν έχει να προσθέσει τίποτα στη εργογραφία του Σρέιντερ η οποία από την αφετηρία της - με τον Τράβις Μπικλ του "Ταξιτζή" - μέχρι τις πιο πρόσφατες ταινίες που την απαρτίζουν ("Card Counter", "First Reformed") καταπιάνεται σχεδόν εμμονικά με το ίδιο θέμα: την εκ των προτέρων μάταιη μάχη ενός "απόκληρου", παραμερισμένου και "σταμπαρισμένου" (κυριολεκτικά) ήρωα να προσαρμοστεί σε ένα κοινωνικό σύστημα σάπιο, άδικο, "βρώμικο", βίαιο και παράλογο. 

Και παρότι αυτό το μοτιβό το έχουμε δει ξανά και ξανά στις ταινίες του Σρέιντερ, όχι απλώς δεν το βαριόμαστε στη νέα του αυτή "επανεκτέλεση", αλλά το θαυμάζουμε και το αγκαλιάζουμε. Διότι οπτικοποιείται και δραματοποιείται με όρους "μελέτης", ενδοσκόπησης και δοκιμιακής ανάλυσης. Δηλαδή παίρνει τη μορφή ενός Σινεμά (με Σ κεφαλαίο ναι) που υπερβαίνει τη συμβατική ανάγκη της αφήγησης και της εξιστόρησης, αλλά μεταμορφώνεται σε "καμβά" καταγραφής της ζωής. 

Μπορεί πολλά πράγματα στο "Master Gardener" να μην λειτουργούν όπως ο ίδιος ο Σρέιντερ ενδεχομένως να ήθελε (βλ. όλο το ρόλο της Σιγκούρνι Γουίβερ και το ιλαρό εύρημα με τα πρεζάκια που σεναριακά πάνε αμφότερα κουβά), όμως μέσα από μια (εκτιμώ συνειδητή και ηθελημένη) αφηγηματική "ελλειπτικότητα", εν τέλει ο Σρέιντερ φιλοτεχνεί με περισσότερη αγάπη και συναίσθημα από όσο τον είχαμε συνηθίσει στο παρελθόν - ένα σπαρακτικό "πορτρέτο" ενός "ηττημένου" ήρωα. 


Υπάρχει μια σκηνή στην ταινία όπου ο Νάρβελ οδηγεί και δίπλα στη θέση του συνοδηγού κάθεται η Μάγια. Εκείνη τη στιγμή δεν συμβαίνει απολύτως καμία δράση στην οθόνη, όμως μόνο και μόνο αυτή η συνύπαρξη - τόσο λιτή και συνάμα τόσο ουσιαστική - συνοψίζει αυτό που το "Master Gardener" θέλει εν τέλει να μας πει: ότι δηλαδή πάντα θα υπάρχει η "στιγμή" εκείνη όπου έστω για λίγο, έστω ελλειπτικά, έστω "μισά" το "μαζί" δύο ανθρώπων θα μπορεί να εκπέμπει περισσότερο φως από το σκοτάδι και την ασχήμια που καλύπτουν τη ζωή. 

Και μπορεί εμείς και πιθανολογώ και ο ίδιος ο Σρέιντερ να ξέρουμε πως αυτοί οι "καταραμένοι" ήρωες, μάλλον, δεν θα βρουν ποτέ το μονοπάτι προς τη δική τους "εξιλέωση", όμως πού και πού δεν είναι "κακό" το σινεμά να δίνει μια κατάληξη όμορφη και ελπιδοφόρα. Έστω κι αν αυτό το τέλος χτυπάει λίγο "άτσαλα" και παραπάνω "γλυκανάλατα" από όσο περιμέναμε και από όσο ταίριαζε στο σκοτεινό σύμπαν του ίδιου του φιλμ. Ο άνθρωπος μεγαλώνει και το κοινό συγχωρεί. Έτσι κι αλλιώς είναι μεγάλη υπόθεση να βλέπουμε ακόμα πρεμιέρες ταινιών δημιουργών, όπως ο Πολ Σρέιντερ. 

γράφει ο Θοδωρής Λέννας