The Card Counter: Αγαπάμε και "σεβόμαστε" διαχρονικά τον Πολ Σρέιντερ. Όχι μόνο γιατί έγραψε τα σενάρια του "Ταξιτζή", του "Οργισμένου Ειδώλου" και την κινηματογραφική διασκευή του "Τελευταίου Πειρασμού" - ταινίες ορόσημα στη φιλμογραφία του Μάρτιν Σκορσέζε, αλλά κυρίως γιατί όλα αυτά τα χρόνια έχει χαράξει τη δική του αυτόνομη και αυτόφωτη φιλμογραφία. Φιλμογραφία δυστυχώς λιγότερο αναγνωρισμένη από όσο της αρμόζει, ίσως επειδή, σε αντίθεση με τον συνεργάτη του (παραγωγό εδώ) Μάρτι, ο Σρέιντερ επέλεγε να σκηνοθετεί ταινίες περισσότερο σκοτεινές, άβολες και αινιγματικές.
Μικρή, αλλά αναγκαία αναδρομή: στο αβάσταχτα σκληρό και οριακό "Affliction" (1997), στο σπαρακτικό και βαθιά πολιτικποιημένο "Hardcore" - μια αμφιλεγόμενη ματιά στην σκοτεινή μετάβαση της αμερικάνικης pop κουλτούρας των 70s, στο σέξι, άβολο και απρόβλεπτο "Comfort of Strangers" (1990) και στο πιο πρόσφατο και (ευτυχώς) αναγνωρισμένο από κοινό και κριτικούς "First Reformed" - φιλμ που νοητά συνδέει τον Τράβις Μπικλ του "Ταξιτζή" με το σήμερα και την μόνιμη κινηματογραφική αγωνία του Σρέιντερ για την εξιλέωση των ηρώων του με τα στενά δεσμά του θρησκευτικού "πρέπει".
Στο "Card Counter" ξανασυναντάμε πιο έντονα και πιο εμφατικά τις "εμμονές" του Σρέιντερ. Το βάρος της ενοχής που πηγάζει από ένα ζοφερό παρελθόν, την ακαθόριστη αίσθηση ευθύνης, το τραύμα που στιγματίζει και διαπερνά τον κεντρικό ήρωα και μια αβάσταχτη σκιά ότι όλα αυτά δεν θα μπορέσουν ποτέ να επιτρέψουν σε αυτόν τον ήρωα να "λυτρωθεί" και να ξανακερδίσει τη ζωή.
Ο ήρωας του Όσκαρ Άιζακ - ένας μοναχικός δεινός παίκτης πόκερ, ψυχρός και ανέκφραστος - περιφέρεται στα καζίνο της αμερικανικής ενδοχώρας ζώντας αποκομμένος από τις νόρμες μιας "φυσιολογικής" ζωής. Ο Γουίλιαμ Τελ μοιάζει μια αντιστραμμένη εκδοχή του Τράβις Μπικλ - παρότι μοιράζεται πολλά με τον ήρωα που υποδύθηκε πριν από πολλά χρόνια ο Ρόμπερτ ΝτεΝίρο στον "Ταξιτζή".
Αμφότεροι κουβαλούν το φορτιό ενός βίαιου παρελθόντος, φέρουν τραύματα και ενοχές, επειδή και οι ίδιοι υπήρξαν και θύτες και θύματα ενός βάναυσου "πρέπει" και ενός αποτρόπαιου και ανάλγητου κοινωνικού συστήματος. Μόνο που σε αντίθεση με τον Τράβις που εις μάτην προσπαθούσε να προσαρμοστεί στη ροή της "κανονικής" ζωής, ο Γούλιαμ Τελ αποστρέφεται και ξορκίζει αυτή την προοπτική. Είναι ένας "ζωντανός-νεκρός" που βρίσκει μοναδικό καταφύγιο στις ψυχρές και αποκομμένες από τον έξω χώρο και χρόνο αίθουσες των καζίνο. Εκεί όπου ηγεμονεύει αυτός που δεν παρασύρεται από κανένα συναίσθημα.
Κάπου εκεί ο Σρέιντερ ανακατεύει την τράπουλα και τη ζωή του ήρωα του τοποθετώνας τον ενώπιον της πιο σκληρής και συνάμα αναγκαίας δοκιμασίας: να αναμετρηθεί με το παρελθόν του, αλλά σε χρόνο ενεστώτα. Μια δοκιμασία που θα τον εξωθήσει σε μια αμφίσημη και γλυκόπικρη "επάνοδο" στον κόσμο των ζωντανών. Και μπορεί η λύτρωση και η εξιλέωση στο φιλμικό σύμπαν του Σρέιντερ, να είναι συνώνυμη με τον πόνο, την ήττα και την φυσική και ψυχική (αυτο)εξόντωση, όμως ακόμα και σε αυτή την επώδυνη και καταστροφική "επιστροφή" στη ζωή, ο Σρέιντερ κλείνει την ταινία του αφήνοντας ένα παράθυρο ελπίδας και αισιοδοξίας.
Τελικά μέσα σε αυτό τον βίαιο, "βρώμικο", άδικο και κτηνώδη κόσμο, μέχρι και οι "καταραμένοι" ήρωες μπορούν να ξανακερδίσουν την ανθρώπινη σύνδεση και την αγάπη. Την πραγματική συναισθηματική "εξιλέωση" τους, την οποία ο μεγάλος Σρέιντερ οπτικοποιεί συνταρακτικά στο τελευταίο πλάνο όπου δύο άνθρωποι τόσο διαφορετικοί "αγγίζουν" ο ένας τον άλλον και υπερνικούν τα εμπόδια και τα σύνορα που η πραγματικότητα τους έχει επιβάλλει. Σπουδαίο και ατόφιο σινεμά, που ενδεχομένως να αδικείται από το timing εξόδου του στα θερινά σινεμά της χώρας.
γράφει ο Θοδωρής Λέννας

