Η σκηνοθέτις του εξαιρετικού η "Ψυχη και το Σώμα" Ιλντίκο Ενιέντι "γειώνει" απότομα το κοινό της παραδίδοντας ένα υπερφίαλο, αυτάρεσκο, άστοχο και γεμάτο ασυνέχειες και αντιφάσεις ερωτικό μελόδραμα βασισμένο στο λογοτεχνικό έπος του Milán Füst.
Σε ένα παρισινό καφέ των αρχών του 20ού αιώνα, ένας ναυτικός βάζει στοίχημα να παντρευτεί την πρώτη γυναίκα που θα δει να διαβαίνει την πόρτα. Ευτυχώς γι’ αυτόν, η γυναίκα για την οποία κερδίζει το στοίχημα είναι η εκθαμβωτική Λίζι. Δυστυχώς, όμως, ένας γάμος που ξεκινά σαν χαριτωμένο αστείο σύντομα μετατρέπεται σε μια συναισθηματικά επώδυνη καταβύθιση στη ζήλεια.
Χαρακτήρες πάνε κι έρχονται χωρίς ποτέ να γνωρίζουμε το γιατί με αποκορύφωμα την καρικατουριστική περσόνα που ενσαρκώνει ο Λουί Γκαρέλ. Οι δύο κεντρικοί ήρωες άγονται και φέρονται χωρίς να υπάρχει κάποια συνεκτική ροή στις πράξεις τους. Η σοβαροφάνεια εναλλάσσεται με μια (περιστασιακά πετυχημένη) περιπαικτική-σαρκαστική διάθεση εντελώς άγαρμπα και ενοχλητικά. Η Ενιέντι νομίζει πως είναι Μπερτολούτσι-Μπέργκμαν και Βισκόντι στη συσκευασία του ενός και χωρίς πολλά-πολλά η "Ιστορία της Γυναίκας μου" καταντά μετά το πέρας της πρώτης ώρας προβολής απλώς βαρετή και φορτική. Προσοχή, γιατί ακολουθούν ακόμα 2 ώρες φλυαρίας...
Κρατάμε παρόλα αυτά το καλοκουρδισμένο πρώτο μισάωρο, την "θετική" ερμηνεία του Χάις Νάμπερ και ιδιαιτέρως τη δυναμική του βλέμματος του, την αδιανόητη φυσική ομορφιά και γοητεία της Λέα Σεϊντού και τις μικρές "ανάσες" ευρηματικότητας (εξαίσιοι οι τρίτοι ρόλοι του γιατρού, του θυρωρού και του ντετέκτιβ) με τις οποίες η Ενιέντι μας "θυμίζει" (και ενδεχομένως να θυμάται και η ίδια) πως η ουσία στο σινεμά βρίσκεται στα "μικρά" και όχι στα αλαζονικά και μεγαλεπήβολα κινηματογραφικά σχέδια.
Η ταινία προβλήθηκε στις 28ες Νύχτες Πρεμιέρας στο Ιντεάλ, όπου και περίσσευαν τα χασμουρητά, οι ανοιχτές οθόνες κινητών και οι μαζικές επιδρομές προς την τουαλέτα και προς το φουαγιέ στη διάρκεια της προβολής.
γράφει ο Θοδωρής Λέννας
