Αν υπήρξες (και υπάρχεις) έφηβος με ροπή προς την απαισιοδοξία, εσωστρεφής και κυνικά ειλικρινής με τα πάθη και τα συναισθήματα σου, αν έχεις περάσει βράδια που συνδιαλεγόσουν με την μοναξιά σου και τα ανεκπλήρωτα σου όνειρα, αν έτυχε ποτέ να λιώσεις με τους ήχους του Alex Turner τα ξημερώματα, τότε μπορεί και να έχει τύχει να γνωρίσεις αυτό το μικρό σινεφίλ (λέμε τώρα) διαμαντάκι. Διαφορετικά, αν δεν έχεις ιδέα για τι πράγμα μιλάω , για το επόμενο του κειμένου θα κάνω μία θαραλλέα προσπάθεια να αποδείξω γιατί μπορεί και να αξίζει να τη δει κάποιος την ταινία αυτή.
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο δεκαπεντάχρονος Oliver καλείται να αντιμετωπίσει τα πρώτα φαντάσματα της ενηλικίωσης του, την ημιδιαλυμένη του οικογένεια και τις δικές του αδυναμίες να αντιμετωπίσει την ζωή. Στο ζοφερό αυτό περιβάλλον της ζωής του συναντά την συμμαθήτρια του την Jordana και το πρώτο βαθύ ερωτικό του σκίρτημα έρχεται να ταράξει συθέμελα την κάπως ανιαρή και προβλέψιμη ζωή του.
Η Jordana, από την άλλη, μία νεαρή εν τη γενέσει δυναμική γυναικεία προσωπικότητα που παλέυει με τους δικούς της προσωπικούς της δαίμονες διασταρυώνει τον δρόμο της με τον Oliver ακριβώς την στιγμή που τον χρειάζεται περισσότερο, για να αντιμετωπίσει με ειλικρίνεια και αμηχανία τα προβλήματα που φέρνει ο έρωτας σε ταλαιπωρημένες ψυχές που δεν έχουν μάθει ακόμα να αγαπάνε τον ίδιο τους τον εαυτό και πασχίζουν να δείξουν ατελώς την αγάπη τους στο μοναδικό άλλο που συναντάνε.
Ο Richard Ayoade στο κινηματογραφικό του ντεμπούτο σκηνοθετεί μία κομεντί για εφήβους που πραγματεύτεται μονάχα ενήλικες ανησυχίες. Ψυχαναγκαστικά στυλιζαρισμένη ατμόσφαιρα , αλτ ροκ ήχοι που σου προκαλούν νοσταλγία και κατάθλιψη, διαλόγοι που προκαλούν θυμηδία, παιδικά εφέ και μία κάμερα προσκολλημένη στα σώψυχα του πρωταγωνιστή συνθέτουν ένα ψυχοθεραπευτικό κινηματογραφικό τοπίο στο οποίο καλείται ο θεατής να πάρει μέρος νοητικά.
Και εκεί ακριβώς έγκειται και η ομορφιά της ταινίας. Στην εφηβική προσωποκεντρική ματιά την οποία έχει δουλέψει καλά ο σκηνοθέτης που αγωνιά για την ενηλικίωση, την πραγματικότητα και τις πρώτιες γροθιές που δέχεσαι στο στομάχι όσο περνάνε τα χρόνια. Με έντονο -ίσως και υπερβάλλων- λυρισμό αφηγείται ελεύθερα και με μία γλυκιά αθωότητα έναν πρώιμο έρωτα δύο ανθρώπων που μετά βίας μπορούν να αντιληφθούν ακόμα τι συμβαίνει.
Και στην αφήγηση αυτή ταξιδευουμε και μεις, στις εφηβικές μας αναμνήσεις , στις δυσκολίες που συναντήσαμε , στα πάθη που δειλά δειλά αποδεχθήκαμε. Και μπορεί την ταινία να μην τη δεις , αλλά ελπίζω ο εφηβικός ο εαυτός σου κάπου να επικοινωνεί ακόμα το ενήλικο εγώ σου , σε κάποιο όνειρο , σε κάποια μοναδικά δική σου διαφυγή που δεν φοβήθηκες να θυμάσαι.
γράφει ο Γιάννης Λαζόπουλος

