Είσαι ο Τζόρνταν Πιλ. Έχεις κάνει μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία το "Get Out" και το "Us" και (δίκαια ή άδικα) θεωρείσαι ένα από τα big names του "ανεξάρτητου" Χόλιγουντ. Ξέρεις πως όποια κι αν είναι η επόμενη ταινία σου το hype θα είναι τεράστιο. Ξέρεις πως θα απασχολήσεις και πιο "σινεφίλ", "ψαγμένο" κοινό αλλά και το πιο mainstream μαζικό ακροατήριο που "ψήνεται" απλώς για καλό τρόμο. Έχεις ταυτόχρονα στα χέρια σου ένα αξιοζήλευτο μπάτζετ - ασύγκριτο σε σχέση με αυτό των δύο ταινιών που σε καταξίωσαν. Και υπό όλες τις παραπάνω συνθήκες επιλέγεις να γυρίσεις το "Nope" - ένα φιλμ τόσο τριπαρισμένο, τοσο μπολιασμένο με προσωπικές σου μνήμες-ιδέες-στοχασμούς, με σκληροπυρηνικές αναφορές στην αμερικανική pop κουλτούρα, με κλεισίματα του ματιού στην ιστορία του σινεμά, με μπερδεμένες θρησκευτικές νύξεις και με ένα σενάριο που μοιάζει να πέρασε από το μυαλό του συγγραφέα του στη μεγάλη οθόνη χωρίς καμία παρέμβαση, αλλοίωση ή εμπλοκή studio και παραγωγών. Ε, όλα αυτά δεν είναι λίγα από μόνα τους εν έτει 2022, σε μια εποχή όπου το εμπορικό σινεμά "δημιουργού" θεωρείται πολυτέλεια.
Για να τα πιάσουμε από την αρχή, στο "Nope" βίωσα κάτι που σπανίως βιώνει κανείς στο σινεμά: μια κινηματογραφική εμπειρία! Μια εκτόξευση των αισθήσεων και των σκέψεων του θεατή στον "άλλον" κόσμο της ταινίας που είναι ξένος, απρόβλεπτος, υποβλητικός, τρομακτικός και αγωνιώδης. Κυρίως, όμως, απρόβλεπτος και δεν στεκόμαστε τυχαία σε αυτή τη λέξη. Οι κινηματογραφικοί "κώδικες" του Πιλ στο "Nope" μπορεί να κουβαλάνε ένα τεράστιο φορτίο επιρροών (μπόλικος Σπίλμπεργκ, μπόλικη 80s καλτίλα με γουόκιτοκιζ, UFOs, αναφορές σε οικογενειακά σίτκομς, λίγο "Twilight Zone", ακόμα και γευσούλα από Ταραντίνο κλπ), όμως εν τέλει "απελευθερώνονται" και σχηματίζουν μια αφήγηση που όμοια της δεν έχεις ξαναδεί. Κοινώς όσα βλέπεις στην οθόνη - είτε σε τρομάζουν, είτε σου προκαλούν γέλιο, είτε σου προκαλούν απορία - το κάνουν αφήνοντας σε με το στόμα ανοιχτό και με μια αίσθηση "τι στο διάολο σκέφτηκε και γύρισε ο τύπος;".
Αρκεί αυτό για να πεις πως το "Nope" είναι μια καλή ταινία; Όχι. Αλλά κάτι που είναι θεαματικό και που ταυτόχρονα θέλει να μιλήσει για το ίδιο το "θέαμα", την πολιτιστική του επίδραση στους ανθρώπους που κινούνται γύρω από αυτό, την ασυδοσία που το περικυκλώνει και την καθοριστική του συμβολή στη διαμόρφωση αυτού που λέμε "ανθρώπινος πολιτισμός", μάλλον έχει μια καλή αφετηρία.
Στα της πλοκής: Η πρώτη λήψη της ταινίας μας πηγαίνει στο 1998 και στο set ενός οικογενειακού σίτκομ λίγο αφότου ο χιμπατζής-πρωταγωνιστής της σειράς έχει μακελέψει όλο το crew εκτός από τον νεαρό πρωταγωνιστή της. Στο σήμερα μεταφερόμαστε στο Χόλιγουντ όπου δύο αδέρφια, ο OJ και η Έμεραλντ - εκτροφείς αλόγων που μετέχουν σε ταινίες και σειρές - βλέπουν τον πατέρα τους να πεθαίνει μυστηριωδώς από την ανεξήγητη πτώση ενός νομίσματος από τον ουρανό. Έκτοτε υποψιάζονται πως κάτι κουφό παίζει πάνω από τη φάρμα τους και προσπαθούν να το φιλμάρουν για να πάρουν clout. Ταυτόχρονα στην ίδια "γειτονιά" το παιδάκι που διασώθηκε από το φονικό ξέσπασμα του χιμπατζή το 1998, κάνει καριέρα εκμεταλλευόμενο τη φήμη της θλιβερής αυτής ιστορίας, μέχρι η μυστήρια αυτή απειλή από τον ουρανό να του χτυπήσει την πόρτα.
Ο Πιλ στο "Nope" μοιάζει να έχει 2 αφετηρίες: η 1η αφορά το γεγονός της επίθεσης από τον χιμπατζή στο set του σιτκομ, γεγονός το οποίο φιλμάρει δύο φορές στην ταινία, με την οπτική της κάμερας, αλλά και το ντεκόρ της αγριότητας να εντάσσουν αυτόματα τις εν λόγω σκηνές στην κινηματογραφική ανθολογία των σεκάνς τρόμου της τελευταίας δεκαετίας. Η 2η αναφορά σχετίζεται με τις οικογενειακές ρίζες του OJ και της Έμεραλντ που οδηγούν σε μια από τις πρώτες απόπειρες-εκδοχές της κινούμενης εικόνας: την εικόνα ενός μαύρου άνδρα να ιππεύει ένα άλογο.
Η μεν πρώτη αφετηρία συνδέει αμέσως την έννοια του "θεάματος" με κάτι το βάναυσο, το άγριο, το βίαιο. Το πλατό μιας "ανώδυνης", "χαμογελαστής", "ανάλαφρης" χαζο-σειράς για όλη την (λευκή) οικογένεια μετατρέπεται στον απόλυτο εφιάλτη. Σε μια "εκδίκηση" της φύσης ή της πρόοιμης εκδοχής του ίδιου του ανθρώπου απέναντι στη φρενήτιδα του θεάματος και ταυτόχρονα την ηλιθιότητα, την αφέλεια, τον καταναλωτισμό και τη μαζική υστερία που συνοδεύουν αυτό το θέαμα. Τι ειρωνεία 2 δεκαετίες μετά, το παιδί που διασώθηκε από την "εκδίκηση" αυτή να την εκμεταλλεύεται για να βγάζει φράγκα και για να αναπαράγει την ίδια λογική "ύβρεως".
Με παρόμοιο τρόπο τα δύο αδέρφια αισθάνονται πως η "παράδοση" του προπάππου αναβάτη που φιλμαρίστηκε αλλά ουδέποτε αναγνωρίστηκε σε μαζική κλίμακα τους δίνει το δικαίωμα να διεκδικήσουν μερίδιο από το clout του "θεάματος".
Με αυτές τις δύο αφετηρίες, λοιπόν, ο Πιλ στήνει μια πραγματική κινηματογραφική αλληγορία. Ένα φιλμ που δεν είναι ούτε διδακτικό, ούτε απλοϊκό, ούτε σε οδηγεί σε μια πάνω-κάτω παγιωμένη αντίληψη για αυτό που θέλει να πει (σε αντίθεση με το "Get Out" και το "Us"). Εδώ η ουσία είναι μια: το "θέαμα". Είτε ως μια διαδικασία πολιτικής κριτικής του (κυρίως) αμερικάνικου θεάματος: βλ. τον άνθρωπο που δεν διστάζει να δαμάσει με τον πιο άγριο τρόπο ό,τι βρει μπροστά του για να παράξει "ψυχαγωγία", οπτικό υλικό, entertainment και χρήμα. Είτε με μια πιο αφηρημένη, υπαρξιακή-ψυχαναλυτική ματιά: πόσο σημαντική και επιδραστική είναι η σκοποφιλία και η εμμονή με την καταγραφή μιας εικόνας στον ανθρώπινο ψυχισμό και στον ανθρώπινο πολιτισμό. Είτε ως μια κατα-σκότεινη σάτιρα πάνω σε έναν κόσμο αδιανόητα μικρονοητό όπου ακόμα και η παρουσία ενός UFO που ετοιμάζεται να τον ρουφήξει, δεν τον συγκλονίζει θεμελιακά, αλλά τον υπνωτίζει και τον υποβάλλει μέσα μια ακόμη "δοκιμασία" αλληλεπίδρασης με το σύμπαν του θεάματος.
Το τελικό ερώτημα σχηματικά μοιάζει να είναι το εξής: ποιος θα κατασπαράξει ποιον; Το θέαμα εμάς ή εμείς το θέαμα; Τι γεννά αυτή την αδηφάγο "βιομηχανία" εκμετάλλευσης και αυτοκαταστροφής; Τι στο διάολο τελικά κατατροπώνει (αν κατατροπώνει) το εξωγήινο "τέρας" της ταινίας και από που πρόεκυψε αυτό το τέρας; Μήπως τελικά αυτο το "τέρας" δεν αποτελεί παρά ένα εξωτερικό μάτι που παρατηρεί εμάς - σαν δικό του θέαμα; Ή μήπως λειτουργεί σαν ένας θεϊκός "καθρέφτης" που θα υπενθυμίζει αλλά ταυτόχρονα θα σηματοδοτεί και την αναπαργωγή της ανθρώπινης "ύβρεως";
Και πώς γίνεται μια ταινία που "κράζει" τον κόσμο του θέαματος να είναι ταυτόχρονα τόσο θεαματική, τόσο γεμάτη και γαμάτη κινηματογραφικά, τόσο εντυπωσιακή, υποβλητική και ψυχαγωγική; Νομίζω αυτή η λεπτή ειρωνεία-αντίφαση είναι που καθιστά το "Nope" μια πραγματικά καλή ταινία. Μια ταινία "μέσα" στην εποχή της αλλά και τομή για την εποχή της. Η μελλοντική της επίδραση και οι μελλοντικές μας αναγνώσεις πάνω στο φιλμ του Τζόρνταν Πιλ θα κρίνουν και αν πρόκειται για μια "μεγάλη" ταινία.
γράφει ο Θοδωρής Λέννας



