Έξυπνο, πνευματώδες, με κοφτερό χιούμορ, εύστοχη κοινωνικοπολιτική ματιά και έναν Χαβιέ Μπαρδέμ που "γεμίζει" με πρωτοφανή υποκριτική άνεση τη μεγάλη οθόνη, το "Τέλειο Αφεντικό" του Φερνάντο Λέον ντε Ααρανόα κυκλοφορεί στα ελληνικά σινεμά και στέκεται άνετα ως το τέλειο "δόλωμα" για το εγχώριο κοινό που αναζητά μια ανάλαφρη πρόταση διαφυγής σε κάποιο θερινό της πόλης.
Στο "Μεγάλο Αφεντικό" ο Αρανόα κάνει εύκολο και προσιτό, αλλά όχι εύπεπτο σινεμά. Διαπερνά με διάθεση πολιτικής κριτικής την κοινωνική πραγματικότητα της Ισπανίας του σήμερα, όμως επικεντρώνει τη δραματουργική δυναμική της ταινίας στη φιγούρα του "Αφεντικού"- "πάτερ φαμίλια" ήρωα του Χαβιέ Μπαρδέμ που συνοψίζει ιδανικά και το αντιφατικό πλέγμα σχέσεων εξουσίας και (αν)ισορροπιών σε έναν - παλαβό - καπιταλιστικό κόσμο.
Ο ήρωας του Μπαρδέμ - ιδιοκτήτης μιας υπερεπιτυχημένης εταιρείας που κατασκευάζει ζυγαριές (καθόλου τυχαία σεναριακά η επιλογή του είδους) - προσπαθεί να δημιουργεί διαρκώς τεχνητές ισορροπίες σε ένα περιβάλλον γεμάτο ανισορροπίες και αδικίες - έχοντας στο μυαλό του την επικείμενη αξιολόγηση της επιχείρησης του από μια επιτροπή ανταγωνισμού.
Ο Αρανόα πάνω σε αυτό το στορί που εκτείνεται μέσα σε μόλις εβδομάδα, επενδύοντας στην ερμηνευτική άνεση του Μπαρδέμ και σε ένα διακριτικά σαρκαστικό - αλλά όχι πάντα πετυχημένο - χιούμορ, χτίζει έναν ήρωα που δεν είναι ούτε καλός, ούτε κακός. Ειναί απλώς η πιο ευκρινής και σαφής εκδοχή της "καπιταλιστικής" κανονικότητας. Το σύμβολο μιας εξουσίας που μπορεί να μοιάζει ανά στιγμές συμπονετική, γοητετική και νοιαστική, αλλά δεν μπορεί να διατηρηθεί αν τελικά δεν μεταμορφωθεί σε αδίστακτη, κυνική και παράλογη.
Γύρω από το "Τέλειο Αφεντικό" αλληλεπιδρούν, μάχονται και πέφτουν στα αδιέξοδα και τις αντιφάσεις τους, ήρωες της διπλανής πόρτας. Ο ηλικιωμένος εργαζόμενος που "θυσιάζει" εν αγνοία του τον ίδιο του τον "'άσωτο" γιο προς όφελος της εταιρίας του "αφεντικού", ο αδελφικός φίλος του Μπαρδέμ που πάντα βρισκόταν ιεραρχικά πολλά σκαλοπάτια κάτω, η σαγηνευτική ασκούμενη και η γνωριμία της με έναν σκληρό κόσμο ανταγωνισμού, εκμετάλλευσης και αδικίας, ο απολυμένος εργάτης που κατασκηνώνει έξω από τα γραφεία της επιχείρησης και ζητά δικαίωση.
Μέσα σε όλο αυτό το παζλ ηρώων που επιβιώνουν ή ξεβράζονται από την "εξουσία" του "τέλειου αφεντικού", ο Αρονόα εύστοχα τοποθετεί τα κομμάτια που συνθέτουν τη σύγχρονη κοινωνική "μεσογειακή" πραγματικότητα - στην οποία οι κοινωνικοί αγώνες καταρρίπτονται ως γραφικοί και απομαζικοποιημένοι, όπου το περιθώριο είναι αναλώσιμο και έρμαιο κάθε "προστάτη-εκμεταλλευτή", όπου ο ρόλος της γυναίκας παραμένει υπό τη σκιά της πατριαρχίας.
Σε μια πραγματικότητα όπου η φιγούρα του "τέλειου αφεντικού" ακόμα και όταν πετύχει τον ματαιόδοξο στόχο του και μας παραπλανήσει στιγμιαία ότι συναισθάνεται ή αντιλαμβάνεται τα "τέρατα" που έχει διαπράξει, δεν θα νοιαστεί για τίποτα άλλο πέραν του να τοποθετηθεί ίσα η πλακέτα της βράβευσης του, στην ανατριχιαστική έξυπνη τελευταία σκηνή του φιλμ.
γράφει ο Θοδωρής Λέννας
