"Elvis" του Μπαζ Λούρμαν - Κριτική της ταινίας


Πριν παρακολουθήσεις την κινηματογραφική βιογραφία του Elvis Presley ξέρεις πολύ καλά πως δεν σου αρκεί να δεις μια "ανώδυνη", "πολιτικά ορθή" χολιγουντιανή αγιοποίηση του ή μια διακπεραιωτική ανασκόπηση στη ζωή και στην καριέρα του. Διότι πώς να το κάνουμε, ο θρύλος Elvis δεν θα μπορούσε να χωρέσει ούτε στα συμβατικά αφηγηματικά νερά ενός "Bohemian Rhapsody", ούτε στην εικαστικά άρτια μεν αλλά άκρως οριοθετημένη και συμβατική προσέγγιση του "Rocketman". 

Δεν αναφερόμαστε τυχαία σε δύο πρόσφατες κινηματογραφικές βιογραφίες δύο σπουδαίων καλλιτεχνών - του Freddie Mercury και του Elton John. Το κάνουμε για να καταστήσουμε σαφές πως αυτό που επιχειρεί και εν πολλοίς πετυχαίνει ο - ξεχωριστός, αγαπημένος και αταξινόμητος - Μπαζ Λούρμαν στο "Elvis" υπερβαίνει κατά πολύ τον πήχη μιας απλής χολιγουντιανής βιογραφίας. 

Ο Λούρμαν - μάστορας της extravaganza, της αισθητικής ακρότητας, της οπτικής έντασης και της ηλεκτρισμένης σύζευξης του ήχου και της μουσικής με την εικόνα - κατορθώνει από τα πρώτα λεπτά του φιλμ κάτι αδιανόητο. Μέσα από ένα φρενήρες "σφυροκόπημα" ενός μείγματος τραγουδιών, κίνησης, εικόνων, ακόμα και κόμικ ή άλλων οπτικών ευρημάτων και ενός σαγηνευτικού, αναρχικού, ευρηματικού μοντάζ, να "ζωντανέψει" τον μυθικό Elvis Presley στη μεγάλη οθόνη. 

Και μάλιστα ο Elvis ζωντανεύει από έναν ηθοποιό (μεγάλη κουβέντα για την ερμηνεία του Όστιν Μπάτλερ), που ούτε του μοιάζει εντυπωσιακά στην εξωτερική εμφάνιση και το κυριότερο (σε αντίθεση με τον Ράμι Μάλεκ ως Φρέντι Μέρκιουρι) που δεν προσπαθεί να τον μιμηθεί, να τον αντιγράψει, να πέσει δηλαδή στη λούπα της καρικατούρας και της τυποποίησης. Αυτό ακριβώς καθιστά τον κινηματογραφικό Elvis του Λούρμαν ακόμα πιο ατόφιο, προσιτό, αληθινό. Έτσι εντείνεται και για εμάς η αίσθηση ότι δεν παρακολουθούμε την απομίμηση ενός θρύλου, αλλά την "εκδοχή" ενός θρύλου. Στοιχείο κομβικό για την επιτυχία μιας βιογραφίας. 

Ξαναπιάνουμε το νήμα της ταινίας: η πρώτη μια ώρα είναι παραζάλη, είναι μαγεία, είναι σινεμά σπάνιο και μοναδικό - είναι το πικ της φιλμογραφίας του Λούρμαν και σίγουρα - σε επίπεδο μυθοπλασίας - μια από τις πιο ανατριχιαστικές, ποιητικές και έντονες κινηματογραφικές απεικονίσεις της γέννησης ενός σταρ. 

Όταν η ταινία αρχίζει να καταπιάνεται με το "βάλτωμα" της καριέρας του Elvis, αρχίζει κάπως και το δικό της - όχι απόλυτα αδικαιολόγητο - βάλτωμα. Το πρόβλημα δεν είναι ούτε η "επιφανειακή" (όπως γράφτηκε από πολλούς κριτικούς) πολιτική ματιά του φιλμ σε κομβικά γεγονότα της εποχής (βλ. δολοφονίες Κένεντι και Μάρτιν Λούθερν Κινγκ), ούτε το αναγκαίο φρένο που πατάει ο Λούρμαν στο ανεξέλεγκτα ροκ ξεκίνημα της ταινίας. 

Απλώς νιώθεις ότι για περίπου μισή ώρα παύει να σε πιάνει το κινηματογραφικό "ναρκωτικό" που σου σέρβιρε ο Λούρμαν στην αρχή της ταινίας. Η σχέση του Έλβις με την Πρίσιλα απεικονίζεται μάλλον αρκετά βιαστικά, η σταδιακή ροπή του Έλβις στις ουσίες δεν απορρέει από την αφήγηση της ταινίας, ο Όστιν Μπάτλερ μοιάζει αμήχανος σε κάποιες σκηνές διαλόγου, ενώ το κυριότερο ερωτηματικό της ταινίας αφορά τον ρόλο του "Συνταγματάρχη" που υποδύεται εξίσου αμφιλεγόμενα ο Τομ Χανκς. 

Για όσους δεν έχουν δει την ταινία ή δεν γνωρίζουν την ιστορία εκ των προτέρων, ο "Συνταγματάρχης" Τομ Πάρκερ (που τελικά δεν ήταν ούτε Συνταγματάρχης, ούτε Τομ Πάρκερ) υπήρξε ο άνθρωπος που ανακάλυψε, που μανάτζαρε για χρόνια τον Έλβις και που σύμφωνα με πολλές πηγές και δικαστικές αποφάσεις απομύζησε πολλά χρήματα από το "προϊόν" Έλβις σε βάρος της σωματικής και ψυχικής του υγείας, αλλά και των καλλιτεχνικών του σχεδίων. 

Τι σχέση έχουν όλα αυτά με την ταινία; Μα φυσικά το γεγονός ότι ο εν λόγω "απατεώνας" είναι ο αφηγητής της! Επιλογή που ναι μεν δίνει στον Λούρμαν την ευκαιρία να χτίσει έναν ήρωα τόσο μα τόσο καλτ και "χάρτινο" που σε εντυπωσιάζει η επιδραστικότητα του στη ζωή του Elvis - αλλά και το ενδεχόμενο όλα όσα αφηγείται να ακροβατούν μεταξύ της αλήθειας, του μύθου και της απάτης (αυτό δεν είναι άλλωστε και όλη η showbiz;), αλλά από την άλλη αφιερώνει πολύ κρίσιμο σεναριακό χρόνο σε αυτόν με αποτέλεσμα να απομακρυνόμαστε από κρίσιμες καμπές της ζωής του Έλβις. 

Όπως και να' χει, ο συνήθως ασυγκράτητος Λούρμαν, ευτυχώς βρίσκει στον "Elvis" του την αναγκαία κινηματογραφική ισορροπία στο φινάλε. Εκεί όπου συμπυκνώνεται σπαρακτικά ο θρύλος Elvis: ένα παιδί που συνδέθηκε μεταφυσικά με την μουσική μέσα από τα γκόσπελ ακούσματα της παιδικής του ηλικίας, που αγάπησε και εξαρτήθηκε από τη μητέρα του, που ονειρεύτηκε να γίνει σταρ, που έγινε σταρ αλλά δεν έπαψε να είναι παιδί και που τελικά δεν πέθανε ούτε από τις ουσίες, ούτε από τη δόξα, ούτε από την καρδιά του: αλλά από την αγάπη του κόσμου προς αυτόν. 

"Η τελευταία φορά που είδα τον Elvis ήταν το 1977. Σε μια από τις λίγες φορές που δεν έμοιαζε φτιαγμένος και δεν τρέκλιζε στη σκηνή τραγούδησε το "Unchained Melody. Και βγήκε από μέσα του η ίδια φωνή του αγοριού που είχα ακούσει χρόνια πριν." λέει ο "Συνταγματάρχης" του Τομ Χανκς και στην οθόνη εμφανίζεται ο "αληθινός" Elvis, παχύς, ιδρωμένος, ασταθής, να απογειώνει το τραγούδι σαν να αποχαιρετά το κοινό του ή σαν να απευθύνεται σε εμάς 50 χρόνια σχεδόν μετά. 


γράφει ο Θοδωρής Λέννας