Η πρώτη μεγάλου μήκους σκηνοθετική απόπειρα της Ζακλίν Λέντζου με τον αινιγματικό τίτλο «Σελήνη, 66 Ερωτήσεις» αποτελεί μία άτυπη συνέχεια του κινηματογραφικού σύμπαντος και των προβληματισμών που η νεαρή σκηνοθέτης έχει εισαγάγει και στα προηγούμενα έργα της. Οι θεμελιακές υπαρξιακές αναζητήσεις, τα ψυχοσωματικά κενά- τραύματα συνθέτουν υποδειγματικά την αδυναμία των ηρώων(νεαρών κατά βάση) να κατανοήσουν τον κόσμο των ενηλίκων, κόσμο οριακά ακατάλπητο και απεχθή.
Στην πλοκή της ταινίας όμως, η Άρτεμις (Σοφία Κοκκαλη) επιστρέφει στην Αθήνα προκειμένου να φροντίσει τον ηλικιωμένο πατέρα της Πάρη (Λάζαρος Γεωργακόπουλος), ο οποίος διεγνώσθη με ένα σοβαρό αυτοάνοσο νόσημα που του περιορίζει στο ελάχιστο την κίνηση και τον συντονισμό του σώματος του. Από την αρχή αντιλαμβανόμαστε την ψυχοσυναισθηματική απόσταση των δύο ηρώων , τα αμήχανα -μερικές φορές ούτε στα μάτια- βλέμματα, τα άγαρμπα αγγίγματα , την αδυναμία επικοινωνίας με λέξεις, την σχεδόν ανυπέρβλήτη δυσκολία να αλληλεπιδράσουν.
Καθ’ όλη την διάρκεια της ταινία ο θεατής αισθάνεται ένα – άλλοτε ελαφρύ, άλλοτε βαρύ- σφίξιμο στο στομάχι , ενώ τα εκπληκτικά φλάς μπακ από τα φιλμ του πατέρα της με την φωνή της που περιγράφουν συγκεχυμένες σκέψεις , καθώς και κάποιες κωμικές ανάπαυλες χαλαρώνουν την βαριά ατμόσφαιρα. Η εστίαση στα πρόσωπα και τις κινήσεις, τις εκφράσεις που τα λένε όλα και εν τέλει δεν λένε τιποτα ,εκφράσεις που κρύβουν θαμμένα μυστικά και ανείπωτα λογια – συναισθήματα είναι κομβικής σημασίας καθ’ όλη την διάρκεια της ταινίας , ταινίας που όπως προκύπτει και από τον τίτλο της, θέτει ερωτήσεις, και στις ερώτησεις αναζητούμε απαντήσεις.
Ξετυλίγοντας συνολικά αργά και αφαιρετικά το γαϊτανάκι των δικών της ερωτήσεων, η Λέντζου με βαριές συμβολικές εικόνες , αποτυπώνοντας την σύνδεση παρελθόντος – παρόντος με τα βάρη που κουβαλάμε , «αναγκάζει» τους ήρωες να έρθουν στα ίσα αντιμέτωποι με δαίμονες του παρελθόντος και καταστάσεις που τους στοιχειώνουν και ποτέ δεν κατάφεραν να μιλήσουν γι’ αυτές. Με αφοπλιστική ειλικρίνεια – στα όρια του φαντασιακού βέβαια- και με μία (ας μου επιτραπεί) «υποκριτική» ευαισθησία κυνηγάει την λύτρωση των ηρωων , που γυμνοί μπροστά στην αλήθεια καλούνται να καλύψουν την απόσταση που οι επιλογές τους έχτισαν. Και εκεί ακριβώς που η ταινία κορυφώνεται, στο σημείο που σου ανοίγεται και σε αγγίζει βαθιά, τα εύκολα και κοινότυπα σεναριακά τρικ που δίνουν λύση και τελείωση, δεν επαρκούν για ένα έργο που καθ΄όλη την διάρκεια τολμάει και αμφισβητεί δομικά την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη και τις επιλογές της.
Στα θετικά της ταινίας, πρέπει να γίνει μνεία στην συγκλονιστική ερμηνεία της Σοφίας Κόκκαλη, η οποία κουβαλάει στους ώμους της (εκτός από τον πατέρα της ) όλη την ταινία, με την απίστευτη εκφραστικότητα της και την άρτια κίνηση όλου της του σώματος, που σε πλήρη αντίθεση με την ακινησία του πατέρα της, ενσαρκώνει την ροή και την συνέχιση της ζωής μέσα στις αντιφάσεις της.
Το ανεξάρτητο νέο ελληνικό σινεμά, λοιπόν, έχει μέλλον και δημιουργούς που δεν φοβούνται να τολμήσουν και να προκαλέσουν.
γράφει ο Γιάννης Λαζόπουλος