Όταν έχεις διαβάσει έναν ορυμαγδό απαξιωτικών κριτικών για έναν κινηματογραφικό βίο Αγίου κι όταν το πρώτο καρέ αυτού του βίου είναι η πληροφορία περί "συγχρηματοδότησης" της ταινίας από την Μονη Βατοπεδίου, είναι λογικό να ξεκινήσεις τη θέαση του "Man of God" με τους χειρότερους οιωνούς, ίσως και με ένα αχνό ειρωνικό χαμόγελο του τύπου "τι κάνω εδώ" ή "άντε να δούμε τι θα δούμε".
Ευτυχώς, όμως, στο σινεμά δεν μετράνε οι οιωνοί, οι "κριτικοί" δυσιδαίμονες και οι "viral" κριτικές τους, αλλά η σχέση θεατή ταινίας. Τόσο απλά.
"Ο Άνθρωπος του Θεού" - Αναζητώντας το χαμένο σενάριο
Το "The Man of God" ("Ο Άνθρωπος του Θεού"), λοιπόν, δεν είναι πράγματι μια καλή ταινία. Και σε αυτό δεν φταίνε οι άγαρμπες αγγλικές προφορές των Ελλήνων ηθοποιών, ούτε η ερμηνευτική μανιέρα του Άρη Σερβετάλη (που μια χαρά αποδίδει τον Άγιο Νεκτάριο με το ασκητικό φυζίκ του), ούτε καν η απλοϊκή διάθεση "αγιογραφίας" της προσωπικότητας του Αγίου Νεκταρίου.
Το πρόβλημα της ταινίας είναι το κακό της σενάριο. Η αδυναμία της να εξιστορήσει την πορεία ζωής ενός ανθρώπου βάζοντας σε αρχή, μέση και τέλος τις προθέσεις του, το χαρακτήρα του και το κοινωνικό-ιστορικό πλαίσιο που στιγμάτισε τη ζωή του.
Στον "Άνθρωπο του Θεού" δεν υπάρχει δράση-αντίδραση. Δεν υπάρχει πλοκή, ούτε αλληλουχία στα γεγονότα. Αν, λοιπόν, πηγάζει από κάπου το γκροτέσκο και το παράδοξο, αυτό είναι η εντελώς παιδική διάρθρωση της γραφής της ταινίας.
Ο Νεκτάριος του Άρη Σερβετάλη πάει κι έρχεται από την Αίγυπτο στην Αθήνα κι από την Αθήνα στην Αίγινα, χωρίς να καταλαβαίνουμε ούτε στιγμή το λόγο. Όπου κι αν πάει, διώκεται, τον συκοφαντούν, καθαιρείται και γίνεται persona non grata, χωρίς ποτέ μα ποτέ να ξέρουμε έστω συμβατικά το περιεχόμενο των κατηγοριών και χωρίς να υπάρχει το πολιτικό υπόβαθρο ή η διάθεση μιας πιο οξείας κριτικής στην εκκλησιαστική εξουσία από την πλευρά των δημιουργών για να βγάζει όλο αυτό το πράγμα το παραμικρό νόημα.
"Ο Άνθρωπος του Θεού" - Η παγίδα της απλοϊκότητας και το "κρίμα"
Το μόνο που η ταινία επιλέγει να μας δείξει είναι έναν "Άγιο" άνθρωπο που κοιτάει πάντα προς το Θεό, γυρνάει σε κάθε ράπισμα που δέχεται και το άλλο μάγουλο, κάνει το σταυρό του, ζητάει ψυχοπαθολογικά συγνώμη για όποια αναστάτωση προξενεί το όνομα του και συνεχίζει έναν ασκητικό βίο, ο οποίος πάντως του έδωσε πρόσβαση σε ανώτατους αξιωματούχους της Αλεξάνδρειας, καθώς και την "θεϊκή" οικονομική δυνατότητα να χτίσει το Μοναστήρι στην Αίγινα.
Κάπως έτσι, λοιπόν, μέσα σε ένα μπαράζ αποσπασματικότητας, αδικαιολόγητων καμπών στην πλοκή και ορισμένων φρικτά αταίριαστων guest "περασμάτων" (κρίμα για το Γιάννη Στάνκογλου και τον Γεράσιμο Σκιαδαρέση) φτάνουμε στο "θαυματουργό" (σικ) τέλος της ταινίας, σίγουρα με τη βεβαιότητα ότι αυτό που είδαμε δεν μας άρεσε, αλλά ότι ανάμεσα στο σχεδόν 2ωρο γαϊτανάκι ψευτο-θεατρικής πρόζας και θρησκευτικής "κατάνυξης" βρήκαμε 2-3 στιγμές πραγματικά αξιοσημείωτες (η τελευταία σκηνή Λούλη-Σερβετάλη και οι κατηγορίες σε βάρος του Νεκταρίου ότι συνάπτει σχέσεις με τις Μοναχές) που ενδεχομένως υπό άλλους όρους να "τραβούσαν" την ταινία από την παγίδα της απλοϊκότητας στην οποία επιλέγει συνειδητά να πέσει από την αρχή.
Θοδωρής Λέννας
