Σε μια από τις πιο διάσημες αποστροφές του λόγου του ο Όσκαρ Γουάιλντ είχε πει το εξής ευφυές: «Όλα στην ζωή έχουν να κάνουν με το σεξ, εκτός από το ίδιο το σεξ. Το σεξ έχει να κάνει με την εξουσία». Ο Ντέιβιντ Μάμετ στις αρχές των 90s μοιάζει να πιάνει το νήμα αυτού του στοχασμού και να τον προσαρμόζει σε μια ορμητική νέα πραγματικότητα για τις έμφυλες σχέσεις, για την ίδια την έννοια της σεξουαλικής επαφής (και της σεξουαλικότητας όπως θα αποδεικνυόταν λίγα χρόνια αργότερα), αλλά πάνω από όλα για μια νέα πραγματικότητα που έμελλε να ανακατέψει υλιστικά ή μεταφυσικά το πλέγμα των σχέσεων εξουσίας.
Διότι η «Ολεάννα» δεν είναι σε καμία περίπτωση- όπως αστόχως έγραψαν μερικοί κριτικοί- ένα έργο για την «σύγκρουση» των φύλων. Αλήθεια, πόσο βολική και κλισέ φράση για να δόσεις μια ερμηνεία σε κάτι που υπερβαίνει το πλαίσιο των δικών σου οριζόντων κατανόησης; Η «Ολεάννα» είναι μια καίρια καλλιτεχνική παρατήρηση γύρω από το ζήτημα της εξουσίας και μόνο της εξουσίας. Το σεξ άλλωστε παρότι είναι το «γεγονός» της ιστορίας, στην πραγματικότητα είτε σαν πράξη είτε σαν υπόνοια απουσιάζει ολοκληρωτικά στην διάρκεια των διαλόγων μεταξύ του ώριμου καθηγητή και της νεαρής φοιτήτριας!
Εκείνος, λίγο πριν προαχθεί επίσημα στην ακαδημαϊκή του βαθμίδα, βρίσκει την ευκαιρία επ’ αφορμή της κατ’ ιδίαν συνάντησης με την νεαρή φοιτήτρια, να αναθερμάνει τον αιρετικό του εαυτό, τις διανοητικές του ανησυχίες και την αυτάρεσκη εκπαιδευτική του προσέγγιση. Εκείνη εμφανίζεται σαν ένα «ρομπότ» που ακούει και καταγράφει, πλήρως αποξενωμένη από κάθε ίχνος συναισθήματος, τις φιλοσοφικές ακροβασίες του καθηγητή.
Ο φορέας της εξουσίας. Η αυθεντία. Αυτός που από θέση ισχύος
αγορεύει αφ’ υψηλού στην μαθήτρια, εν αγνοία του βρίσκεται έρμαιο μιας
διαδικασίας πλήρους αντιστροφής των ρόλων εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου. Αυτό
που εκείνος θεωρεί «εξομολόγηση» ενός συστημικού πλέον άνδρα που αποχαιρετά
οριστικά την αντισυμβατική του πλευρά με αντάλλαγμα την αναβάθμιση του οικονομικού
και κοινωνικού του status,
κωδικοποιείται από την Μαθήτρια ως ένα ξεπερασμένο show επίδειξης δύναμης.
Ως μια παραβιαστική προσβολή της αξιοπρέπειας της. Ως μια «απόπειρα σεξουαλικής
παρενόχλησης και βιασμού».
Ο Καθηγητής παρατηρεί: «Δεν χρειάζεται να κρατάς σημειώσεις.
Αρκεί να ακούς». Όμως η Μαθήτρια μανιωδώς καταγράφει οτιδήποτε λέγεται στην
μεταξύ τους συνομιλία. Και αμέσως μετά την καταγγελία σπεύδει να εξηγήσει: «Δεν
με ενδιαφέρουν τα συναισθήματα, αλλά οι πράξεις που έχω καταγράψει και κανείς
δεν μπορεί να αρνηθεί. Δεν είναι εικασίες. Είναι γεγονότα». Την άγγιξε. Άρα την
παραβίασε. Της είπε φιλικά ότι «του αρέσει», άρα υπαινίχθηκε κάτι σεξουαλικό.
Βλέπετε μιλάμε για το σεξ, αλλά το σεξ δεν βρίσκεται πουθενά. Το μόνο που
υπάρχει είναι ένα αγωνιώδες, μονομερές παιχνίδι εναλλαγής του ρόλου του θύτη με
του θύματος, ακόμα κι αν στο υπαρκτό και νοητό επίπεδο συμβαίνει το εξής
παράδοξο: δεν υπάρχει ούτε θύτης, ούτε θύμα!
Στην δεύτερη πράξη του έργου ο Καθηγητής προσπαθώντας να εκλογικέψει τα άλογα (την ύπαρξη μιας καταγγελίας που αν διαρρεύσει θα του διαλύσει την ζωή, για κάτι που δεν έγινε) βρίσκεται εκ νέου ενώπιον μιας νέας παραδοξότητας: παρότι είναι αθώος, η Μαθήτρια στοιχειοθετεί πολύ πιο πειστικά την «θεωρία» περί ενοχής του. Το έργο γίνεται «σκοτεινά» αστείο και ίσως εκνευριστικό, όμως τα όσα διαδραματίζονται προσεγγίζουν περισσότερο το είδος του «τρόμου».
Ενός τρόμου που απορρέει από το εκκωφαντικό χάσμα επαφής μεταξύ των δύο πλευρών. Χάσμα γεννεακό θα μπορούσε κανείς να πει. Από την μια η γενιά που κάποτε αισθάνθηκε, συλλογίστηκε την ανατροπή στις νόρμες και στου κανόνες σκέψεις, αλλά εν τέλει απέτυχε καταλήγοντας γρανάζι ενός συστήματος εξουσίας. Και από την άλλη η γενιά που δεν μπορεί να αισθανθεί το παραμικρό. Μια γενιά άχρωμων ρέπλικων, ομαδοποιημένων σε ομοιόμορφες γκρούπες που καταγράφουν σαν κοινωνιοπαθή ρομπότ «λέξεις» και «έννοιες», τις οποίες φιλτράρουν μηχανικά και απάνθρωπα, στυγνά εγκεφαλικά και ψυχρά. Αυτό που λίγα χρόνια αργότερα θα μεταμορφωνόταν σε ηγεμονία του «πολιτικά ορθού» λόγου και μάλιστα με μια προβιά δήθεν ευαίσθητη και προοδευτική.
Βάζοντας τις σκέψεις μας σε μια τάξη, ο Μάμετ στην «Oleanna» γίνεται παρατηρητής ενός καινοφανούς παιχνιδιού εξουσίας στο οποίο ο παλιός παίχτης αδυνατεί να κατανοήσει τα όπλα του νέου παίκτη και αντίστροφα. Θα ήταν άδικο να λέγαμε ότι στρατεύεται μονομερώς υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς. Μπορεί το βάρος της σάτιρας του να πέφτει στην Μαθήτρια, που εκφράζει τα νέα σημεία των καιρών, όμως η ματιά στο «παρελθόν» μέσω του ρόλου του Καθηγητή είναι εξίσου επικριτική. Η ουσία είναι ότι η ηθογραφία του Μάμετ είναι πετυχημένη και πέφτει μέσα. Η γραφή του εντοπίζει και αναπαράγει υπαρκτούς μετασχηματισμούς στον λόγο και στις εννοιολογικές προσεγγίσεις πάνω στον έρωτα, το φλερτ και το διαλεκτικό παιχνίδι με ή χωρίς ερωτικές νύξεις που τείνει να χαθεί. Μετασχηματισμοί, για να επιστρέψουμε στον Όσκαρ Γουάιλντ, περιστρεφόμενοι γύρω από τον αστερισμό της Εξουσίας και μόνον αυτής.
γράφει ο Θοδωρής Λέννας


