Ανυπέρβλητος Άλφρεντ Χίτσκοκ. Μια εκ των πιο σπουδαίων στιγμών στην ιστορία του παγκόσμιου σινεμά. Μεγαλειώδης σύνοψη όλων των αρετών του χιτσκοκικού σινεμά και συνάμα όλων των ψυχώσεων και των εμμονών που κατατρέχουν την φιλμογραφία του Χίτσκοκ. Μυστήριο, θρίλερ, ψυχανάλυση, όνειρα, ενοχές, φοβίες, σεξουαλική έλξη, σεξουαλική απουσία, θάνατος, θρησκεία, «έγκλημα» και «τιμωρία». Λίγες λέξεις από τις δεκάδες σελίδες που μπορεί κανείς να αφιερώσει στην ανάλυση του Vertigo.
Με μια πρώτη ματιά και ανάγνωση το «Vertigo» είναι μια «ιστορία μυστηρίου». Όπως ο Χίτσκοκ συνηθίζει, τα πραγματικά θέματα τα οποία τον ενδιαφέρουν «κρύβονται» πίσω από μια συμβατική πλοκή (Mackguffin) η οποία στην προκειμένη περίπτωση συνοψίζεται στην έλξη του Σκοτ, συνταξιούχου αστυνομικού που αποχώρησε από το σώμα λόγω της υψοφοβίας του, προς την Μάντλεν, μια μελαγχολική, σαγηνευτική γυναίκα που έχει αναλάβει να παρακολουθεί για λογαριασμό ενός παλιού φίλου. Ο Σκοτ την ερωτεύεται, όμως αδυνατεί να την σώσει από τον θάνατο με τον «ίλιγγο» να του στερεί για άλλη μια φορά το αντικείμενο του πόθου του. Βαδίζοντας μέσα στις ενοχές και στο τραύμα του, ο Σκοτ λίγο καιρό μετά τον θάνατο της Μάντλεν πέφτει πάνω σε μια γυναίκα ολόιδια εμφανισιακά με την χαμένη του αγάπη. Στο πρόσωπο της Τζούντι θα προσπαθήσει να δώσει πνοή και ζωή στην «νεκρή» Μάντλεν.
Σε πρώτο επίπεδο αυτό που εντοπίζουμε είναι εκ νέου η εμμονή
του Χίτσκοκ με την ανάλυση μιας ανθρώπινης αδυναμίας. Στο «Vertigo» αυτή η αδυναμία είναι η
υψοφοβία του Σκότι, που σε συμβολικό επίπεδο ενδεχομένως να «αγγίζει» τον
υποσυνείδητο φόβο του για την σεξουαλική ωρίμανση και εν γένει την πραγματική
του ενηλικίωση (ο Σκότι συμπεριφέρεται σαν παιδί με την φίλη του Μπάρμπαρα να του
φανερώνεται σαν η μητρική φωνή της λογικής την οποία όμως αδυνατεί να
ενσωματώσει). To εύρημα της υψοφοβίας είναι το μέσο που ο Χίτσκοκ οπτικοποιεί
το συναίσθημα του φόβου και της ενοχής.
Μετά τον «θάνατο» της Μάντλεν ο Σκότι βλέπει την «αδυναμία»
του να μετασχηματίζεται σε μια βαριά, εμμονική ενοχή (μόνιμη προβληματική του
Χίτσκοκ). Η εμφάνιση της Τζούντι στην συνέχεια είναι το γεγονός που θα ερεθίσει
και θα ανασκαλέψει μέσα του βαθιά κρυμμένες δυνάμεις, φετίχ και αγκυλώσεις. Η
-σχεδόν αυταρχική, βίαιη και βάναυση- προσήλωση του Σκότι στην «μεταμόρφωση» της
Τζούντι στην «χαμένη» Μάντλεν είναι ενδεικτική της απεικόνισης ενός ήρωα
ευάλωτου, ασταθή, ιδιόρρυθμου. Από την άλλη, σε αντίθεση με την συνήθη τακτική του
Χίτσκοκ να γνέθει το σασπένς με τον θεατή γνώστη και τον ήρωα του έρμαιο της άγνοιας,
έστω και προσωρινά (το «ψυχολογικό σασπένς προς το τέλος της ταινίας είναι
μνημειώδες) στο «Vertigo»
ο ήρωας είναι αυτός που παίρνει την πρωτοβουλία, που αποπειράται να οικοδομήσει
την πραγματικότητα με τους δικούς του όρους.
Σαν άλλος Πυγμαλίωνας, λοιπόν, μεταμορφώνει την Τζούντι στο ιδανικό ερωτικό υποκείμενο που αγάπησε παθιασμένα ή που φαντασιακά και ονειρικά σχημάτισε στο μυαλό του ως ιδανικό. Η προσωρινή λύτρωση του Σκότι βρίσκει τους θεατές ηδονοβλεπτικά συμμέτοχους σε μια φετιχιστική πράξη μεταμόρφωσης που προσεγγίζει έμμεσα (ή και όχι τόσο έμμεσα) το νεκροφιλικό πάθος και την αδιανόητη επιμονή του ήρωα στην σχηματοποίηση της «απόλυτης αγάπης».
Ο Σκότι φοβάται το ύψος. Στην πραγματικότητα, όμως, φοβάται
να έρθει αντιμέτωπος με την «ορατότητα». Που η «ορατότητα» είναι η ίδια η
πραγματικότητα. Αυτό που ο Σκότι φοβάται είναι η πραγματικότητα. Και αυτό που
προσπαθεί να πλάσει μέσω της Μάντλεν-Τζούντι είναι μια «άλλη πραγματικότητα»
βουτηγμένη στον ιδεαλισμό, στον ρομαντισμό, στον κόσμο των ονείρων και της παραπλάνησης.
Ο Σκότι νομίζει ότι έχει φτιάξει την «τέλεια ομορφιά». Μια τέλεια ομορφιά «μη
αληθινή» καθώς όσο κι αν ο Σκότι δεν το δέχεται, η πραγματική της αξία πηγάζει
από τον κόσμο των νεκρών. Τι γίνεται, όμως, όταν αποκαλύπτεται η αλήθεια; Ότι
δηλαδή η Τζούντι-Μάντλεν δεν είναι απλώς ένας άψυχος θηλυκός Φρανκενστάιν, αλλά
κομμάτι ενός σχεδίου εξαπάτησης του Σκότι;
Ο Σκότι νικά τον ίλιγγο του. Υπερβαίνει τον ίδιο του τον
εαυτό. Βλέπει, όμως, το «υποκείμενο» που συσσώρευε όλο το φαντασιακό του σύμπαν
να πεθαίνει πέφτοντας στο κενό. «Και ο Θεός ας λυπηθεί την Ψυχή του» αναφωνεί η
χριστιανική φυσιογνωμία που εμφανίζεται στο τέλος. Την ψυχή του Σκότι που
κέρδισε την μάχη απέναντι στην νεύρωση του για να έρθει όμως κατάματα με μια
εξίσου θλιβερή και φρικιαστική πραγματικότητα; Ή την Ψυχή του ίδιου του θεατή
που ηδονοβλεπτικά εδώ και δύο ώρες έχει γίνει συμμέτοχος σε αυτό το οριακό
παιχνίδι του Χίτσκοκ ανάμεσα στο υποκειμενικό και το αντικειμενικό, την ζωή και
τον θάνατο, το όνειρο και την πραγματικότητα, στην τελική την εμπειρία που
προσφέρει το σινεμά και την αληθινή ζωή που θα συνεχιστεί μετά την θέαση της ταινίας.


