Ο Όρσον Γουέλες είχε πει πως ο «Βιτόριο Ντε Σίκα ήταν ο πρώτος σκηνοθέτης που εξαφάνισε την κάμερα», αναδεικνύοντας με αυτή του την φράση τόσο το σκηνοθετικό μεγαλείο του Ιταλού μαέστρου, όσο και την ουσία του νεορεαλισμού ως κινηματογραφικού ρεύματος. Στο παρόν κείμενο θα διερευνήσουμε τα επίπεδα ανάλυσης αυτής της φράσης σε σχέση με ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα του νεορεαλιστικού σινεμά, την ταινία «Umberto D.» σε σκηνοθεσία του Ντε Σίκα και σε σενάριο του Κάρλο Ζαβατίνι, σημαντικής θεωρητικής και καλλιτεχνικής μορφής στην πορεία του νεορεαλισμού.
Από την
πρώτη κι όλα σκηνή της ταινίας ο Ντε Σίκα μας «γειώνει» στην κοινωνική
πραγματικότητα την οποία θέλει να περιγράψει και να απεικονίσει. Η κάμερα
παρακολουθεί μια διαδήλωση συνταξιούχων που απαιτούν αυξήσεις και ενισχυμένη κοινωνική
πρόνοια. Η βίαιη παρέμβαση των αστυνομικών δυνάμεων θα διαλύσει το
συγκεντρωμένο πλήθος και εκεί θα γνωρίσουμε πρώτη φορά τον ήρωα της ταινίας.
Τον ηλικιωμένο Umberto Ferrari. Πρώην δημόσιο υπάλληλο, σε όλη του την ζωή τίμιος,
αξιοπρεπής και συνεπής, βρίσκεται στην δύση την ζωή του και για πρώτη φορά στο
χείλος της οικονομικής καταστροφής από τα χρέη στην μικροαστή νοικάρισσα του
που του έχει κάνει τον βίο αβίωτο. Μόνη του συντροφιά και συνοδοιπόρος του ο
αξιαγάπητος σκυλάκος του.
Ο Ντε Σίκα και σε αυτή του την ταινία φέρνει στο επίκεντρο της γραφής του την κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα της μεταπολεμικής Ιταλίας. Μας μεταφέρει τις συζητήσεις και τους προβληματισμούς των γερόντων για την ελλιπή κρατική μέριμνα. Τοποθετεί σκηνές στα συσσίτια όπου ο Umberto αναγκάζεται να καταφύγει, στο νοσοκομείο που μοιάζει μοναδικό καταφύγιο για την αποφυγή των οικονομικών του εκκρεμοτήτων, ενώ αναπαριστά σπαρακτικά, γήινα και ανθρώπινα, το έσχατο ενδεχόμενο της επαιτείας με το οποίο ο Umberto έρχεται κατάματα.
Το κοινωνικό
φορτίο της ταινίας ταυτίζεται απόλυτα με τις βασικές θεματικές του
νεορεαλισμού. Ο Ντε Σίκα επιστρατεύει μια ματιά σχεδόν ντοκιμαντερίστικη πάνω
στους καθημερινούς ανθρώπους του μόχθου. Στους καταπιεσμένους και στα λαϊκά
στρώματα που δίνουν καθημερινά την μάχη της ζωής. Και δεν αναφερόμαστε μόνο
στην κινηματογράφηση του κεντρικού ήρωα, αλλά και στις συμπληρωματικές
παρουσίες μιας νεαρής φτωχής κοπέλας που μένει έγκυος και έρχεται σε αδιέξοδο
μέσα στην άγνοια της ταυτότητας του αληθινού πατέρα, ενός άστεγου που
«παρασιτεί» στα κέντρα υγείας και να επιβιώσει, ακόμα και ενός λαϊκού άνδρα που
εμφανίζεται για λίγα δευτερόλεπτα και αμφιταλαντεύεται για το αν θα αφήσει τον
σκύλο του να θανατωθεί προκειμένου να απαλλαγεί από το οικονομικό βάρος της
φροντίδας του.
Ταυτόχρονα
μπορεί το «Umberto D.» να μην αποτελεί απαραίτητα μια πενιχρή παραγωγή (οι τίτλοι αρχής μας
ενημερώνουν ότι ορισμένα γυρίσματα έχουν γίνει στα φημισμένα studio της Cinecitta), όμως η κάμερα του Ντε Σίκα
παραμένει προσγειωμένη εκεί όπου επιτάσσει το νεορεαλιστικό πνεύμα του «φτωχού
σινεμά»: δηλαδή στον δρόμο. Στα στενά φτωχικά σοκάκια της Ρώμης. Στα
παλαιοπωλεία και τις μικρές αγορές, στα συσσίτια και στα περιθωριακά κέντρα
κράτησης και θανάτωσης σκύλων (εκεί οπού ο Umberto θα αναζητήσει τον χαμένο του
αγαπημένο σκύλο).
Η προσωποποίηση των ιδεολογικών, κοινωνικών ακόμα και πολιτικών απόψεων του Ντε Σίκα έρχεται φυσικά μέσω του ίδιου του Umberto και του ανθρώπου που τον ενσαρκώνει. Διότι ο Carlo Battisti δεν υπήρξε επαγγελματίας ηθοποιός, αλλά ένας απλός καθηγητής. Μια φιγούρα παρόλα αυτά που με την έκφραση, το βλέμμα και την κίνηση της διαμόρφωσε ένα μοναδικό πεδίο ταύτισης με τον χαρακτήρα του Umberto. Του ταλαιπωρημένου, του ειλικρινούς, του τίμιου, του βιοπαλαιστή ηλικιωμένου που βαδίζει τα τελευταία μέτρα της ζωής του αναζητώντας μικρές τονωτικές εφεδρείες ζωτικότητας και χαράς.
Τα τελευταία μέτρα ενός «τέλους» το οποίο ενώ γνωρίζουμε ότι πλησιάζει ουδέποτε βλέπουμε στην κάμερα. Ο Ντε Σίκα επιλέγει να αφήσει το τέλος της ταινίας του μετέωρο και ασαφές. Ο Umberto σε όλη του την ταινία πασχίζει να μαζέψει τα χρήματα που απαιτούνται για να ξεχρεώσει, κατόπιν αναζητά έναν νέο ιδιοκτήτη για τον σκύλο του έτσι ώστε να συνεχίσει μόνος την πορεία του, η λύση της αυτοκτονίας περιτριγυρίζει το μυαλό του, όμως τελικά τίποτα από όλα αυτά δεν θα συμβεί με τον Umberto να μην πέφτει τελικά στις ράγες του τρένου και να συνεχίζει το οδοιπορικό του παρέα με την τετράποδη συντροφιά του και με άγνωστο προορισμό.
Σχηματικά η
παραπάνω συνοπτική διάρθρωση της πλοκής δίνει το στίγμα της νεορεαλιστικής
αποδόμησης της κλασσικής κινηματογραφικής αφήγησης. Τα γεγονότα διαδέχονται με
φυσικότητα κι όχι απαραίτητα αιτιότητα το ένα το άλλο. Δεν υπάρχουν ίντριγκες,
μυστήρια και κορυφώσεις παρά μόνο η ροή της ζωής του Umberto. Αυτός άλλωστε ήταν και ο ιδεολογικός
στόχος του νεορεαλισμού. Να αποδραματοποιήσει την δράση και να μιλήσει για την
ζωή όπως ακριβώς είναι και όχι για την ψευδαίσθηση ης ζωής όπως επιλέγει να την
πλάθει το εμπορικό Χόλιγουντ. Άλλωστε, όπως, αναφέραμε παραπάνω «το τέλος είναι
ασαφές. Όπως και η ίδια η ζωή»*.
Το «Umberto D.» ανήκει σίγουρα στις σημαντικότερες
στιγμές της φιλομγραφίας του Βιτόριο Ντε Σίκα, αλλά και στις ταινίες εκείνες
που έδωσαν πνοή, νόημα και βάθος στο ρεύμα του ιταλικού νεορεαλισμού. Ένα φιλμ
βαθιά ουμανιστικό, σπαρακτικά αληθινό και σαρδόνια επίκαιρο. Σε τέτοιο βαθμό
που αντιλαμβανόμαστε την εμβέλεια επιρροής του νεορεαλισμού στην σύγχρονη
πορεία του κινηματογράφου.
*φράση του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι
γράφει ο Θοδωρής Λέννας


