Διανύουμε τα 60s. Ο Λουκίνο Βισκόντι βρίσκεται στην πιο παραγωγική περίοδο της κινηματογραφικής του σταδιοδρομίας: Αρχικά «Ο Ρόκο και τα αδέλφια του» το 1960 έμελλε να τον επαναφέρει στις ατραπούς του νεορεαλισμού και του ιταλικού νότου. Ο «Γατόπαρδος» το 1963 του χαρίζει την μέγιστη καταξίωση από την κινηματογραφική κοινότητα με έναν Χρυσό Φοίνικα. Για να έρθουν Τα «Μακρινά Αστέρια της Άρκτου» το 1965 και να συνοδευτούν με θετικές κριτικές και βραβεία στα μεγάλα φεστιβάλ. 1969, λοιπόν, στην εκπνοή τον 60s ο Βισκόντι γυρίζει τους «Καταραμένους»
Μια από τις πιο σύνθετες, ιδιόρρυθμες και αμφιλεγόμενες
ταινίες του. Ένα «έπος» για τον ξεπεσμό, τις ψυχώσεις, τα θανατηφόρα αδιέξοδα,
τον δομικό και ολιστικό εκφυλισμό της αστικής τάξης. Και όλα αυτά υπό το ιστορικό
φόντο της εμπέδωσης του ναζισμού στην Γερμανία. Το πρώτο μέρος της «γερμανικής
τριλογίας» του Βισκόντι. Το πιο αδικημένο από κοινό και κριτικούς, αλλά με μια
εκ των υστέρων ανάλυση μάλλον το πιο σημαντικό και διαχρονικό.
Βρισκόμαστε στο 1933. Το βράδυ που καίγεται το Ράιχσταγκ μια μεγαλοαστική οικογένεια βιομηχάνων παίρνει το δείπνο της. Κλασσική μουσική, μεγαλειώδεις αίθουσες, πλουσιοπάροχα εδέσματα, πανάκριβα σικ συνολάκια για άνδρες και γυναίκες. Πίσω από την ντελιριακή επιφάνεια αυτής της ομορφιάς κρύβεται η δυσώδης αλήθεια μιας ανείπωτης ασχήμιας: ίντριγκες, ανθρωποφαγία, διαφθορά, εξουσιομανία, λαγνεία, αποσαθρωμένες οικογενειακές σχέσεις. Το Ράιχασταγκ, λοιπόν, φλέγεται. Η κυριαρχία των Ναζί μοιάζει πλέον δεδομένη. Και γύρω από αυτή την «τράπεζα» των «καταραμένων» εξυφαίνονται σχέδια και δολοπλοκίες για το ποιος θα αναλάβει τα ηνία της πανίσχυρης οικογενειακής μπίζνας.
Και κάπου εκεί ο Βισκόντι αρχίζει το αγαπημένο του παιχνίδι της
αποδόμησης. Και στην προκειμένη περίπτωση η προσέγγιση του είναι ανελέητη,
πλήρης, αδυσώπητη. Όλα τα προσωπεία της αστικής οικογένειας πέφτουν στο πάτωμα
με εκκωφαντικό γδούπο. Οι ήρωες δεν είναι μονάχα «καταραμένοι», αλλά και
αφόρητα «άσχημοι», παρηκμασμένοι, τραυματισμένοι, βουτηγμένοι και κυριευμένοι
μέσα στα συμπλέγματα και τα καταπιεστικά τους σύνδρομα. Αυτός ο κατήφορος της
οικογένειας λειτουργεί για τον Βισκόντι ως ο ιδανικός, σκοτεινός αντικατοπτρισμός
του ναζιστικού τέρατος. Ορισμένοι παραλληλισμοί μοιάζει να κλείνουν περιπαικτικά
το μάτι στην ιστορία που ακολούθησε και όλοι γνωρίζουμε.
Ο ομοφυλόφιλος,
παιδεραστής γιός, καταπιεσμένος αλλά και εξαρτημένος από την μητέρα , τραυματισμένος
ανεπανόρθωτα ψυχικά είναι αυτός που εν τέλει θα ηγεμονεύσει και θα πάρει τα
ηνία του οίκου. Κάπως αυθαίρετα άλλα όχι αβάσιμα θα μπορούσαμε να συνδέσουμε
τον ήρωα του Χέλμουτ Μπέργκερ με τον ίδιο τον Αδόλφο Χίλτερ. Ομοίως το
τελετουργικό της «δολοφονίας» στο φινάλε (spoiler alert) φέρνει αναπόφευκτα στο νου το «τέλος»
του Χίτλερ, όπως αντίστοιχα και η περσόνα του Ρέινχαρντ Κόλντελχοφ που προσωποποιεί
εύγλωττα τον Έρνεστ Ρεμ -τον βίαιο, μέθυσο ιδρυτή των SA που
εκπροσωπούσε την τοξική δίψα της «ηττημένης» από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο
Γερμανίας για εκδίκηση.
Ας αφήσουμε όμως τις υποθέσεις και τις σχηματικές αναλύσεις. Στους «Καταραμένους» όλη η ταινία είναι ο σκηνοθέτης της. Η ασύλληπτη μεγαλοπρέπεια του Βισκόντι και ο τρόπος που την αξιοποιεί για να ξεγυμνώσει το σάπιο γαϊτανάκι των πρωταγωνιστών του. Τι να πούμε για το drag show του Μπέργκερ με κοινό την φαμίλια του που κρύβει υποκριτικά τον αποτροπιασμό της; Για την ανατριχιαστική σκηνή αποπλάνησης της νεαρής Εβραιοπούλας; Για το αποκαλυπτικό ομοερωτικό όργιο των SA – την οπτικοποίηση της σεξουαλικής καταπίεσης που κρύβεται πίσω από τον μιλιταρισμό και τον ολοκληρωτισμό.
Δεν ξεχνάμε, όμως τους «Καταραμένους» και για το τεράστιο
πολιτικό τους βάρος. Ο Βισκόντι – ο «Κόκκινος Κόμης» του ιταλικού σινεμά- πριν στρατευθεί πολιτικά στην υπόθεση της Αριστεράς,
υπήρξε μέλος μιας μεγαλοαστικής οικογένειας και το έργο βασίστηκε σε πολύ
μεγάλο βαθμό στην ανάδειξη της «πτώσης» του αστισμού και της αριστοκρατίας. Η
ειδοποιός διαφορά των «Καταραμένων» σε σύγκριση με την υπόλοιπη φιλμογραφία του
Βισκόντι είναι η αμεσότητα με την οποία συνδέει την σάπια αυτή πλουτοκρατία με
το «κτήνος» του ναζισμού και του ολοκληρωτισμού.
Και κάπου εκεί εντοπίζουμε το νήμα της ιστορικής συνέχειας της ταινίας στο σήμερα. Στο γεγονός ότι ο κάθε φασισμός δεν προκύπτει από παρθενογένεση , αλλά είναι σπορά ενός αδυσώπητου οικονομικού-κοινωνικού-αξιακού συστήματος. Αυτή την ανατριχιαστική αλληλοσυμπλήρωση αναδεικνύει ο Βισκόντι στην ταινία του: την αδιάσπαστη ενότητα κεφαλαίου και αυταρχισμού. Πλουτοκρατίας και καταστολής. Κερδοσκοπίας και φασισμού. Ο Βισκόντι μας λέει εν ολίγοις ότι το αβγό του φιδιού δεν εκκολάπτεται μόνο του. Και αυτό αρκεί για να αποδίδουμε στους «Καταραμένους» την θέση που αρμόζει στην ιστορία του σινεμά.
γράφει ο Θοδωρής Λέννας


