Επιλέγουμε σήμερα να ανατρέξουμε σε μια από τις σημαντικότερες και πιο εμβληματικές ταινίες της κινηματογραφικής παράδοσης του φιλμ νουάρ και ταυτόχρονα ένα έργο ενός εκ των σημαντικότερων κινηματογραφικών δημιουργών όλων των εποχών: του Μπίλι Γουάιλντερ. Θα έλεγε κανείς πως η εν λόγω ταινία «χωράει» στα συστατικά της όλα τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά (είτε θεματικά, είτε δραματουργικά, είτε αισθητικά, είτε ακόμα και σε επίπεδο συντελεστών) που μετέπειτα οι αναλυτές του σινεμά θα απέδιδαν στο φιλμ νουάρ.
Αρχικά, αξίζει να σημειωθεί ότι το σενάριο της ταινίας δεν
αναλαμβάνει μόνος ο Γουάιλντερ, αλλά το συνυπογράφει μαζί με τον σπουδαίο
Ρέιμοντ Τσάντλερ, με την ιστορία του «Double Indemnity» να βασίζεται σε βιβλίο του Τζέιμς Κέιν. Η συμμετοχή
συγγραφέων στην διαδικασία των σεναρίων και εν γένει οι μεταφορές λογοτεχνικών
πονημάτων στο σινεμά ήταν ένας συνήθης noir συγκερασμός.
Το ζητούμενο, στην προκειμένη περίπτωση είναι πως αυτός ο εμβληματικός συγκερασμός παράγει ένα αξεπέραστο αποτέλεσμα, το οποίο στην θεματική του διάρθρωση περιλαμβάνει μαεστρικά όλες τις τομές του φιλμ νουάρ. Σε αντίθεση, λοιπόν, με τις εύκολες ηθικές αντιπαραβολές, τα απλοϊκά δίπολα μεταξύ «καλού-κακού» το «Double Indemnity» ενορχηστρώνει ένα γαϊτανάκι εξελίξεων σπαρακτικά βουτηγμένων σε μια κυνική υπαρξιακή προσέγγιση: ήρωες με ανειλικρινείς προθέσεις, ήρωες άπληστοι, υποκριτές, διεφθαρμένοι, βουτηγμένοι στο ψέμα και την αχαριστία. Ο κεντρικός ήρωας του Φρέντι ΜακΜάρει συνάπτει έναν παράνομο δεσμό με την Μπάρμπαρα Στάνγουικ. Παρασυρμένος από την αλόγιστη έλξη του προς εκείνη γίνεται γρανάζι των πανούργων σχεδίων της σε βάρος του διεφθαρμένου και βίαιου συζύγου της. Αυτό το τύποις-ερωτικό τρίγωνο είναι βουτηγμένο στην ασυδοσία και την «ανηθικότητα» (με την συμβατική έννοια του όρου).
Κι εδώ κομβικό ρόλο θα παίξει η θεμελιώδης για τα φιλμ νουάρ
παρουσία της femme fatale.
Στο πρόσωπο της Μπάρμπαρα Στάνγουικ ένας κατοπινός ερευνητής του σινεμά μπορεί
να ξεχωρίσει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που έστω και στερεοτυπικά συνέθεσαν
την περσόνα της «μοιραίας γυναίκας». Η Στάνγουικ ξεχειλίζει από σεξαπίλ (ένα
σεξαπίλ έμμεσο και φετιχιστικό σύμφωνα με τους αναγκαίους ελιγμούς στον κώδικα
Χέηζ): το άρωμα της ταράζει τον κεντρικό ήρωα από την πρώτη τους συνάντηση, τα
τακούνια της και ο ήχος τους γίνονται φετιχιστική φαντασίωση και για τον
ΜακΜάρει, αλλά και για εμάς τους ηδονοβλεψίες παρατηρητές της ιστορίας.
Η femme fatale της Στάνγουικ παρασύρει με τα ιδιοτελή σχέδια της τον ήρωα
στον όλεθρο. Τον εξαπατά, τον μπλέκει σε ένα σκοτεινό σχέδιο που δεν θα
μπορούσε ποτέ να συλλάβει, γίνεται η αιτία της καταστροφής του: η αφορμή της
κατάβασης ενός «γελοίου ανθρώπου» στο μοιραίο του τέλος. Με μια φράση: η
επιτομή της femme fatale.
Στο κομμάτι της αφήγησης φυσικά δεσπόζει το χαρακτηριστικό «νουαρικό» voice over εκτελεσμένο από τον ίδιο τον ΜακΜάρει σε πρώτο πρόσωπο. Μια αφηγηματική τεχνική πικρή, πεσιμιστική, διαποτισμένη με ένα πνεύμα απομυθοποίησης, ήττας, παραδοσης στα τερτίπια της μοίρας. Με τον Γουάιλντερ φυσικά να μην χάνει την ευκαιρία να μπολιάσει αυτή την ιδιόρρυθμη αφηγηματική «κάθοδο» του ήρωα με το γνωστό ιδιότυπο χιούμορ του, στην προκειμένη περίπτωση πιο σαρκαστικό, πιο καυστικό, πιο τραγικό.
Στο πεδίο της αισθητικής, τα αντιδάνεια από τον γερμανικό
εξπρεσιονισμό είναι παντού έκδηλα. Στα γκρο πλαν στα πρόσωπα, στις σκιές, στις
γωνίες των λήψεων, στο αστικό τοπίο. Ένα αστικό τοπίο σκοτεινό και αφιλόξενο,
το οποίο παραμένει υπό τις σκιές ακόμα και όταν τα γεγονότα λαμβάνουν χώρο την
ημέρα. Το σκοτάδι και ο χαμηλός φωτισμός σαν αισθητικό συστατικό κάνουν την
εμφάνιση τους από την πρώτη κι όλας σεκάνς της ταινίας. Εκεί όπου ο ήρωας
καθίμενος στο γραφείο του, έτοιμος να ξεκινήσει την ομολογία του είναι αχνά
φωτισμένος, προκαλώντας δυσκολία ακόμα και στο να ξεχωρίσουμε την φιγούρα του,
ενώ το σπίρτο το οποίο ανάβει δημιουργεί έντονο κοντράστ φωτεινότητας. Εδώ
εντοπίζουμε την πρακτική του Law Key Lighting,
δηλαδή μιας γραφής χαμηλού φωτισμού η οποία συνήθως προκύπτει από μια μόνο πηγή
φωτισμού (και όχι από τρεις όπως στην προϋπάρχουσα χολιγουντιανή παράδοση).
Την ίδια τα γεγονότα του φιλμ συμβαίνουν νύχτα, στο σκοτάδι
και στις σκιές του αστικού τοπίου. Συγκεκριμένα στο τοπίο του LA, όπου τα φώτα της πόλης δημιουργούν
μια ιδιόρρυθμη αίσθηση μελαγχολίας, με έναν τόνο αποξένωσης του ίδιου του ήρωα
από το μεταμοντέρνο περιβάλλον στο οποίο ελίσσεται.
Συνοψίζοντας, το «Double Indemnity» αποτελεί μια ταινία «εγχειρίδιο» για την κατανόηση του
είδους του φιλμ νουάρ, καθώς συνδυάζει τις αισθητικές καινοτομίες, τα
δραματουργικά εργαλεία και τα θεματικά μοτίβα τα οποία οι ιστορικοί του
κινηματογράφου απέδωσαν σε αυτή την «τάση» ταινιών (μην ξεχνάμε ότι ο όρος film noir είναι
μεταγενέστερος, άρα είναι μάλλον αδόκιμο να το χαρακτηρίζουμε «είδος»)


