«Ο Τομ στην φάρμα»: I'm going to a place that has already been disgraced


Είναι κάποιες στιγμές που το τέλος μιας ταινίας μπορεί να είναι τόσο μεγαλειώδες και αφοπλιστικά (σε σημείο αμηχανίας) «μεγαλύτερο» από τις δικές σου πρωτογενείς αντιλήψεις για την τέχνη, το σινεμά, την ίδια την ζωή που σε κλάσματα δευτερολέπτου συγχωρείς και παραγράφεις κάθε λάθος, κάθε αδυναμία, κάθε φάλτσο που μπορεί να ενυπάρχει σε αυτό το φιλμ. 

Κάτι τέτοιο, περίπου, συμβαίνει στην ταινία του Xavier Dolan «Ο Τομ στην Φάρμα». Αναμφισβήτητα το πιο ώριμο δείγμα κινηματογράφου, του εμμονικού προβοκάτορα, κάποτε enfant terrible του γαλλόφωνου σινεμά, που στην προκειμένη περίπτωση προσγειώνει την pop αφέλεια και την άκρατη μεγαλομανία του για να αφηγηθεί ένα «χιτσκοκικό» στην υφή, αλλά και στην αισθητική, μελαγχολικό "όνειρο" γύρω από το πένθος, τον έρωτα, την μνήμη και την υπόκωφη, συνταρακτικά αναγκαία δίψα του ανθρώπου να αναπληρώνει την απώλεια, να διαχειρίζεται την ήττα και να παλεύει με τους δαίμονες της ενοχής. 

Ο Τομ καταφτάνει στην φάρμα που μεγάλωσε ο νεκρός σύντροφος του Γκι, για να παρευρεθεί στην κηδεία του. Διαμένει σε μια οικογενειακή αγροικία μαζί με την μητέρα και τον αδελφό του νεκρού. Η μητέρα αγνοεί τα πάντα για την σεξουαλική ταυτότητα του γιού της, ενώ ο μπρουτάλ και βίαιος αδελφός με τα ιδιόρρυθμα ξεσπάσματα του, ξεκινάει ένα παιχνίδι εξουσίας με τον νεοαφιχθέντα Τομ, αρχικά με φαινομενικό στόχο να κρατήσει το μυστικό του αδελφού του στην αφάνεια, αλλά στην συνέχεια με βαθύτερες σεξουαλικές και ψυχαναλυτικές προεκτάσεις. 

Ο Ντολάν από την πρώτη του ταινία μέχρι και τα πιο πρόσφατα δείγματα γραφής του, ακολουθούνταν από μια αυτοεκπληρούμενη κατάρα: πραγματευόταν θέματα κορυφαίου ενδιαφέροντος και υψηλής καλλιτεχνικής (και φιλοσοφικής θα προσέθετα) βαρύτητας, αλλά αδυνατούσε να τα χαλιναγωγήσει και να τα εντάξει σε μια συνεκτική αφηγηματική ροή με αποτέλεσμα να πέφτει θύμα της επηρμένης και αλαζονικής του μανιέρας, χάνοντας την ουσία που, ως επί το πλείστο, κρύβεται όπως στην ζωή έτσι και στην τέχνη σε απλά πράγματα ... 

Αυτή η κατάρα σπάει για πρώτη, και ως τώρα τελευταία, φορά στην συγκεκριμένη ταινία. Ο Ντολάν μετριάζει την ροπή του προς τον εντυπωσιασμό, χειρίζεται την κάμερα και το αφηγηματικό τέμπο με στιβαρότητα και αποφασιστικότητα και σε αντίθεση με ότι μας είχε συνηθίσει, αξιοποιεί την τάση του προς το ακραίο και το προκλητικό για να χτίσει μια σπαρακτική ένταση αναγκαία και επιβαλλόμενη. 

«Δανείζεται» και εκμεταλεύεται με καλλιτεχνική τιμιότητα τα τρικ του σασπένς, την χιτσκοκική αύρα και την υπέροχη, επίσης αμιγώς χιτσκοκική μουσική επένδυση της ταινίας, για να μας καταστήσει κοινωνούς σε ένα ελεγειακό role playing με φόντο τα ετερόκλητα απόνερα που αφήνει στις ζωές διαφορετικών ανθρώπων ένας θάνατος. 

Και στην προκείμενη περίπτωση σε 3 τραγικές φιγούρες. Η φιγούρα της μητέρας που αρνείται να αποδεχτεί και να συνειδητοποιήσει το μοιραίο και ανεπίστρεπτο γεγονός, αλλά και την ταυτότητα του γιού της που κατά βάθος γνωρίζει, ο εύθραυστος αδελφός με τα διαψευσμένα όνειρα, την καταπιεσμένη σεξουαλικότητα που μετουσιώνεται σε φονική βία και φυσικά ο κομβικός ξενιστής: ο Τομ. Ο άνθρωπος που αγάπησε, ερωτεύτηκε με πάθος και έζησε περισσότερο από όλους τον νεκρό. 

Στην φάρμα, όμως, ο Τομ δεν μπορεί να δείξει και να εκφράσει την αλήθεια του, να αποχαιρετήσει τον άνθρωπο του με τα λόγια που ήθελε. Ακόμα και το τραγούδι που παίζει στην κηδεία μοιάζει παράταιρο σε αυτό το περιβάλλον. Για να επιβιώσει πρέπει να γίνει ένας άλλος. Για την μητέρα του Γκι να είναι απλώς ένας φίλος και συνάδελφος του νεκρού, που υποχρεούται, μάλιστα να συντηρεί το ψέμα για την πλασματική straight ταυτότητα του αποθανόντος. Ταυτόχρονα, όμως, σε αυτό το νοσηρό παιχνίδι με κύριο καθοδηγητή τον αδελφό, ο Τομ καταπιέζει και αναβάλει το δικό του πένθος. Παίρνει το ρόλο του χαμένου γιού, του χαμένου αδελφού, του φίλου, του προδομένου εραστή, ακόμα και του δυνάμει εραστή, δεχόμενος να γίνει κομμάτι αυτής της τραγικής πομπής. 

Η σαρκική νοσταλγία και η ανάμνηση του πάθους ορθώνονται μπροστά του σαν φαντάσματα, μαζί με τον θυμό, την διάψευση, την ενοχή, αλλά και την επώδυνη εξοικείωση με τις κρυμμένες πλευρές και τα πλήρως άγνωστα μυστικά του παρελθόντος. Ο κύκλος, όμως, αυτού του σαδομαζοχιστικού παιχνιδιού συνειδητοποιήσεων και εναλλαγών πρέπει να κλείσει. Ο Τομ το αντιλαμβάνεται και παίρνει την κατάσταση στα χέρια του. Το τέλος της ταινίας είναι η αρχή του πραγματικού πένθους και σε κινηματογραφικό επίπεδο η απόλυτη, αλλά συνάμα τόσο απλή, ρομαντική και ζωογόνος λύτρωση ότι τελικά η ζωή θα συνεχιστεί. 

Και παρότι, μερικές σεναριακές και σκηνοθετικές επιλογές του Ντολάν μοιάζουν έωλες ή έστω ημιτελείς και αμφιλεγόμενες, αυτή ακριβώς η αναγκαία λύτρωση του φινάλε καθιστά τον «Τομ στην φάρμα» έναν απρόσμενο κινηματογραφικό θρίαμβο.