Η "Ευτυχία" του Άγγελου Φραντζή είναι ακριβώς η ταινία που θα θέλαμε να δούμε: μια safe, άλλα άκρως αποτελεσματική κινηματογραφικά προσωπογραφία της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου ικανή να συγκινήσει το ευρύ κοινό και να αποδείξει ότι υπάρχει και καλό εμπορικό ελληνικό σινεμά.
Ο Άγγελος Φραντζής σκηνοθετεί άρτια και προσεγμένα ένα σφιχτό σενάριο επιμελημένο από την Κατερίνα Μπέη, το οποίο ευτυχώς για όλους κρατάει την ταινία μακριά από μελό ευκολίες και τον κίνδυνο να φανεί είτε ακαδημαϊκή είτε βαρύγδουπη και πομπώδης. Η αφήγηση είναι μετρημένη και ρυθμική, το χιούμορ στακάτο και αποτελεσματικό, ενώ τα χρονικά flashback δένουν ιδανικά σαν ξεχωριστά "κεφάλαια" της ιστορίας.
Από εκεί και πέρα η "Ευτυχία" είναι μια ταινία ορθά στηριγμένη στο ίδιο το πρόσωπο το οποίο φιλοδοξεί να απεικονίσει. Επομένως το "δίδυμο" Γκουλιώνη-Καραμπέτη ως "Ευτυχίες" ήταν εκ των πραγμάτων καθοριστικό για την προοπτική του εγχειρήματος να πετύχει. Και πετυχαίνει. Η νεότερη Ευτυχία της εξαιρετικής Κάτιας Γκουλιώνη είναι ένα αυθόρμητο, αθυρόστομο και παρορμητικό πλάσμα που ονειρεύεται, συγκρούεται με τους πάντες και τα πάντα, ερωτεύεται και παθιάζεται χωρίς ενδοιασμούς και δεύτερες σκέψεις. Η ερμηνεία της Γκουλιώνη δεν μας συστήνει απλώς την ηρωίδα, αλλά αποτελεί την στέρεα και απόλυτα ολοκληρωμένη βάση πάνω στην οποία η Καραμπέτη (με μια περισσότερο θεατρική παρά κινηματογραφική ερμηνεία) θα της δώσει μεγαλύτερο δραματικό βάθος και τραγικότητα στο δεύτερο μέρος του φιλμ.
Άξιοι συμπαραστάτες τους, η "ήρεμη δύναμη" που διαρκώς μας εκπλήσσει ευχάριστα και ακούει στο όνομα Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, η Ντίνα Μιχαηλίδου στον ρόλο της μητέρας της Ευτυχίας και ο Θάνος Τοκάκης που παρότι συχνά φλερτάρει με την gay καρικατούρα ερμηνεύει αποδοτικά έναν κομβικό για την ζωή της Ευτυχίας χαρακτήρα.
Η "Ευτυχία" δεν είναι ούτε μια αγιογραφία, ούτε ένας "ξερός" φόρος τιμής στο έργο της Παπαγιαννοπούλου, ούτε μια αφορμή για κινηματογραφική μελέτη του ιστορικού πλαισίου που περιβάλλει τα γεγονότα. Είναι μια καλλιτεχνικά ώριμη και ευαίσθητη βιογραφία μιας γυναίκας που πόνεσε, που αμφισβήτησε και αμφισβητήθηκε, άλλα πάνω από όλα που "ρούφηξε" την ζωή μέχρι το μεδούλι. Και μπορεί η ταινία του Άγγελου Φραντζή να μην ρισκάρει να "βουτήξει" σε νερά βαθύτερα και ενδεχομένως πιο επικίνδυνα από αυτά της αποστασιοποιημένης απεικόνισης, αλλά σέβεται απόλυτα τα όρια της και πετυχαίνει τον κύριο στόχο της: να είναι μια πραγματικά καλή ταινία, προσιτή στο πλατύ κινηματογραφικό κοινό.
